Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΚΡΑΤΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΥΠΟΔΟΥΛΑ ΣΕ ΑΛΛΑ ΜΟΝΑΡΧΙΚΑ Η ΑΠΟΛΥΤΑΡΧΙΚΑ ΚΡΑΤΗ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΜΕ ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΛΛΩΝ

Κρατη που ηταν υποδουλα σε αλλα μοναρχικα ή απολυταρχικα κρατη και απελευθερωθηκαν απο αυτά και με βοηθεια αλλων

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ

Όπως είναι γνωστό καθόλη την διάρκεια της ιστορίας κρατική συγκρότησης δεν ήταν ιστορία ειρηνικών μεταβάσεων. Πολλά από τα κράτη που θεωρούμε σήμερα «φυσικά» ή «αυτονόητα» γεννήθηκαν μέσα από την απελευθέρωση από Αυτοκρατορικές, μοναρχικές ή απολυταρχικές εξουσίες, συχνά με την βοήθεια τρίτων δυνάμεων. Το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται από την Αρχαιότητα έως τον 20ό Αιώνα μ.Χ. και επανεμφανίζεται ως υπό συζήτηση δυναμική στον 21ο Αιώνα μ.Χ.

Στην Αρχαιότητα η πρώιμη Ρώμη υπήρξε υπό την εξουσία των Ετρούσκων βασιλέων (Ταρκύνιοι). Η εκδίωξη του Ταρκύνιου του Υπερήφανου (509 π.Χ.) και η αντίσταση απέναντι στον Πόρσενα  οδήγησαν στην ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, θεμελίωσαν την αρχή της αυτοκυβέρνησης και δημιούργησαν ένα πολιτειακό μοντέλο που επηρέασε ολόκληρη τη Δύση. Εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά το μοτίβο: εσωτερική εξέγερση + αντίσταση σε περιφερειακή ηγεμονία.

Στον Μεσαίωνας οι Ελβετικές κοινότητες απελευθερώθηκαν σταδιακά από την αυστριακή (Αψβουργική) κυριαρχία μέσω τοπικών συμμαχιών (Eidgenossenschaft),με ένοπλη αντίσταση (Μοργκάρτεν, Ζέμπαχ), και με εκμετάλλευση των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Η επιτυχία τους κατέληξε σε μόνιμη ουδετερότητα, δείχνοντας ότι η απελευθέρωση δεν οδηγεί πάντα σε επιθετικό κράτος.

 [Μετέπειτα ο Ιωάννης Καποδίστριας που δεν ήταν απλώς Έλληνας πολιτικός, αλλά κεντρικός Ευρωπαίος διπλωμάτης. Ως εκπρόσωπος της Ρωσίας στο Συνέδριο της Βιέννης (1.815 μ.Χ.), έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην συνταγματική ανασυγκρότηση της Ελβετίας, στην κατοχύρωση της ομοσπονδιακής της δομής και κυρίως στην διεθνή αναγνώριση της μόνιμης ουδετερότητάς της.

Η συμβολή του Καποδίστρια προστάτευσε την Ελβετία από επαναποικιοποίηση από τις μεγάλες δυνάμεις, παγίωσε την δημοκρατική αυτονομία των καντονιών και δημιούργησε ένα πρότυπο σταθερής, μη επεκτατικής δημοκρατίας. Η Ελβετία αποτελεί ίσως το πιο επιτυχημένο παράδειγμα μετα-απελευθερωτικής σταθερότητας.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε Κυβερνήτης της Ελλάδας (1/828 μ.Χ.) επιχείρησε να εφαρμόσει παρόμοιο μοντέλο συγκρότησης κράτους, έδωσε έμφαση στην διοίκηση, στην παιδεία και στην δικαιοσύνη, προσπάθησε να περιορίσει την αυθαιρεσία των τοπικών ισχυρών.

Όμως η Ελλάδα δεν είχε εδραιωμένους θεσμούς, βρισκόταν σε οικονομική εξάρτηση, και δεχόταν άμεσες παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η δολοφονία του Καποδίστρια (1/831 μ.Χ.) συμβολίζει την αδυναμία παγίωσης δημοκρατίας χωρίς κοινωνική και θεσμική ωρίμανση, παρά την απελευθέρωση].

Οι μεσαιωνικές Ιταλικές δημοκρατίες (Βενετία, Γένοβα, Πίζα, Φλωρεντία) δεν γεννήθηκαν από μία ενιαία επανάσταση, αλλά από την σταδιακή αποσύνδεση από την Βυζαντινή και την καρολίγγεια εξουσία.

Η περίοδος της Εικονομαχίας (8ος–9ος αιώνας), ιδίως επί Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου  όξυνε την ρήξη μεταξύ Κωνσταντινούπολης και ιταλικών πόλεων, αποδυνάμωσε τον βυζαντινό έλεγχο και επέτρεψε σε ναυτικές πόλεις όπως η Βενετία να αναπτύξουν αυτοδιοίκηση, εμπορική ισχύ και συλλογικούς θεσμούς.

Η Βενετία επαναστάτησε επί Εικονομαχίας κατά του Ισαύρου υπό τον πρώτο Δόγη Ούρσους και σταδιακά εξελίχθηκε σε πρότυπο ολιγαρχικής δημοκρατίας με ισχυρούς θεσμούς, ενώ η Γένοβα ακολούθησε παρόμοιο δρόμο. Αυτές οι δημοκρατίες δείχνουν ότι η ελευθερία μπορεί να γεννηθεί όχι μόνο από επανάσταση, αλλά από θεσμικό κενό που αξιοποιείται οργανωμένα.

Η Γένοβα και άλλες Ιταλικές πόλεις αντιστάθηκαν στην αυτοκρατορική επιβολή, συγκρότησαν θεσμούς συλλογικής διακυβέρνησης, αλλά συχνά κατέρρευσαν σε εσωτερικές συγκρούσεις. Οι ιταλικές δημοκρατίες δείχνουν ότι η δημοκρατία μπορεί να επιβιώσει χωρίς βασιλιά, αλλά όχι χωρίς θεσμική ισορροπία.

Στην νεότερη ιστορική περίοδο η Ολλανδία απελευθερώθηκε από την Ισπανία (Ογδοηκονταετής Πόλεμος) με εσωτερική εξέγερση, θρησκευτική και πολιτική ταυτότητα, και με την υποστήριξη της Αγγλίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα πρώτα εμπορικά–ναυτικά κράτη και ένα νέο μοντέλο αστικής δημοκρατίας.

Οι Αμερικανικές αποικίες απελευθερώθηκαν από την Βρετανία μέσω λαϊκής εξέγερσης, αλλά καθοριστικά με την βοήθεια Γαλλίας και Ισπανίας. Η ανεξαρτησία δεν θα είχε επιτευχθεί χωρίς διεθνή στήριξη και εγκαινίασε την λογική ότι οι Αυτοκρατορίες μπορούν να ηττηθούν εκτός Ευρώπης.

Η Αϊτή απελευθερώθηκε από την Γαλλική αποικιοκρατία το 1.804 μ.Χ., μετά από μια εξαιρετικά πρωτοποριακή επανάσταση σκλάβων. Η εξέγερση υπό τον Toussaint Louverture και τον Jean-Jacques Dessalines ήταν καθαρά εσωτερική, με μαζική συμμετοχή των δούλων.

Παρά την ανεξαρτησία της, η Αϊτή αντιμετώπισε διεθνή απομόνωση: κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν αναγνώριζε αρχικά την χώρα για δεκαετίες. Η Αϊτή δείχνει ότι η επιτυχής απελευθέρωση μπορεί να οδηγήσει σε κράτος, αλλά η βιωσιμότητα απαιτεί διεθνή αναγνώριση και θεσμούς.

Η Ελλάδα και τα Βαλκανικά κράτη απελευθερώθηκαν σταδιακά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία  με εθνικά κινήματα, με την Ελλάδα να είναι δημοκρατία επί Καποδίστρια με εξεγέρσεις και πολέμους, και με παρέμβαση μεγάλων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Ρωσίας. Η διάλυση μιας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε νέα κράτη, αλλά και μακροχρόνιες εντάσεις.

Τα κράτη της Λατινικής Αμερικής απελευθερώθηκαν από την Ισπανία, με ηγέτες όπως ο Μπολιβάρ και ο Χοσέ Σαν Μαρτίν και έμμεση αλλά κρίσιμη και σημαντική Βρετανική υποστήριξη (ναυτική, οικονομική). .Η Βρετανία δεν απελευθέρωσε από ιδεαλισμό, αλλά για να ανοίξει αγορές και να αποδυναμώσει ανταγωνιστές. (https://alophx.blogspot.com/2017/09/blog-post.html, https://alophx.blogspot.com/2018/01/blog-post_17.html, https://alophx.blogspot.com/2016/09/v-behaviorurldefaultvmlo_23.html).

Στην Κούβα η απελευθέρωση από την Ισπανία το 1.898 μ.Χ. ήλθε με εξέγερση, αλλα κυρίως με στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ. Ο δε Παναμάς αποσχιστικέ από την Κολομβία με Αμερικανική υποστήριξη, για γεωστρατηγικούς λόγους και στήριξη σε αυτονομιστές. Και στις δύο περιπτώσεις η απελευθέρωση συνοδεύτηκε από εξάρτηση.

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε διάλυση Αυτοκρατοριών.  Με την βοήθεια της Αντάντ  Φινλανδία, Βαλτικές χώρες και Πολωνία απελευθερώθηκαν από την Ρωσία, ενώ η Τσεχοσλοβακία από την Αυστροουγγαρία. Η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών έγινε διεθνής νόρμα, αλλά με ατελή εφαρμογή.

Μετά την κατάρρευση της Αυστροουγγαρίας η Ουγγαρία επιχείρησε να μεταβεί σε δημοκρατικό καθεστώς, υπό διεθνή πίεση και εδαφικό ακρωτηριασμό. Η προσπάθεια υπονομεύτηκε από οικονομική κατάρρευση, κοινωνική πόλωση και εξωτερικές επεμβάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν βραχύβια δημοκρατία, ακολουθούμενη από αυταρχικά καθεστώτα. Ένα κλασικό παράδειγμα απελευθέρωσης χωρίς σταθεροποίηση.

Πολλά κράτη απέκτησαν ανεξαρτησία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Π.χ. η Ινδία (1.947 μ.Χ.) από την Βρετανική αποικιοκρατία, με εκτεταμένα εσωτερικά κινήματα και ηγεσία όπως ο Μαχάτμα Γκάντι, σε συνδυασμό με το διεθνές μεταπολεμικό πλαίσιο.

Η Γκάνα (1957 μ.Χ.), η πρώτη ανεξάρτητη Αφρικανική χώρα μετά τον αποικιοκρατικό ζυγό, μέσω ειρηνικών και πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η Αφρική και η Ασία δείχνουν ότι η απελευθέρωση συχνά απαιτεί διεθνή αναγνώριση και συμβιβασμούς για να δημιουργηθούν βιώσιμα κράτη και αλλα κράτη σε Αφρική και Ασία με την πτώση της αποικιοκρατίας.

Στην εποχη μας συζητούνται περιπτώσεις όπως οι Κούρδοι (Συρία, Ιράκ, Τουρκία, Ιράν), οι Δρούζοι και οι Αλαουίτες στην Συρία, η Κυρηναϊκή στην Λιβύη. Τα κοινά χαρακτηριστικά ων λαών αυτών είναι ότι έχουν ισχυρή τοπική ταυτότητα, αποδυναμωμένα κεντρικά κράτη και ενδιαφέρον εξωτερικών δυνάμεων.

Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες διεργασίες δεν εξελίσσονται γραμμικά και η εξωτερική βοήθεια δεν εγγυάται βιώσιμη κραταιότητα, όμως η ισλαμιστή καταπίεση εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων σε Συρία, Τουρκιά, Ιράν, Ιράκ και Λιβύη και από ισλαμιστές ηγέτες ίσως οδηγήσει στην ίδρυση του Κουρδιστάν και άλλων ανεξάρτητων κρατών σε Ασία και Αφρική (https://alophx.blogspot.com/2017/09/blog-post_8.html, https://alophx.blogspot.com/2017/11/blog-post_5.html, https://alophx.blogspot.com/2025/06/blog-post_45.html).

Θα είναι άραγε αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία κατάσταση ακμής και ευημερίας.





































ΠΩΣ ΟΙ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΟΚ ΣΕ ΑΓΡΟΤΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΕ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΜΕΚΟΡΣΟΥΡ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ.

πως οι επιδοτησεις της ΕΟΚ σε αγροττες και της ΕΕ στις μερες μας κατεστρεψαν τους αγροτες της ΕΕ και τους κινδυνους για τους λαους και τους αγροτες της Ευρωπης με τις συμφωνιες Μεκορσουρ και Ευρωπαικης Ενωσης.

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ

Όπως είναι γνωστό η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και αργότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) παρουσιάστηκε ιστορικά ως μηχανισμός στήριξης των αγροτών, διασφάλισης της επισιτιστικής επάρκειας και σταθεροποίησης της υπαίθρου.

Ωστόσο, μετά από δεκαετίες εφαρμογής, ένα αυξανόμενο μέρος των Ευρωπαίων αγροτών θεωρεί ότι οι επιδοτήσεις όχι μόνο δεν τους προστάτευσαν, αλλά συνέβαλαν στην συγκέντρωση γης, στην εξάρτηση από τις αγορές και τελικά στην οικονομική τους αποδυνάμωση. Σήμερα, οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ – και ιδιαίτερα η συμφωνία με τις χώρες της MERCOSUR – εντείνουν αυτούς τους κινδύνους.

1Η ΚΑΠ της ΕΟΚ για προστασία είχε πολύ μεγάλο κρυφό κόστος. Οι αρχικοί στόχοι της ΚΑΠ που δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1.960 μ.Χ. με βασικούς στόχους την αυτάρκεια τροφίμων, την σταθερότητα τιμών και την προστασία του εισοδήματος των αγροτών.

Στην αρχική της μορφή, η πολιτική αυτή όντως αύξησε την παραγωγή και περιόρισε τον κίνδυνο πείνας στην Ευρώπη της μεταπολεμικής περιόδου. Ωστόσο, η επιδότηση της παραγωγής δημιούργησε υπερπαραγωγή ("βουνά βουτύρου", "λίμνες γάλακτος"), εξάρτηση των αγροτών από κρατικές ενισχύσεις και άνιση κατανομή πόρων, με τους μεγάλους παραγωγούς να ωφελούνται δυσανάλογα. Ήδη από τότε, οι μικρομεσαίοι αγρότες άρχισαν να συμπιέζονται οικονομικά.

Από την δεκαετία του 1.990 μ.Χ. και μετά, οι μεταρρυθμίσεις της ΚΑΠ αποσύνδεσαν τις επιδοτήσεις από την πραγματική παραγωγή, μετέτρεψαν τον αγρότη σε "διαχειριστή επιδότησης" και ευνόησαν την κατοχή γης αντί της ενεργής καλλιέργειας. Το αποτέλεσμα ήταν η μείωση της παραγωγικής βάσης, η έξοδος χιλιάδων αγροτών από το επάγγελμα, η συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια και σε αγροτικές εταιρείες.

Οι αγρότες, πιεζόμενοι από χαμηλές τιμές παραγωγής οδηγήθηκαν σε δανεισμό για εκσυγχρονισμό, εξαρτήθηκαν από προμηθευτές σπόρων, φυτοφαρμάκων και ενέργειας και εγκλωβίστηκαν σε ένα μοντέλο χαμηλού περιθωρίου κέρδους. Οι επιδοτήσεις, αντί να αποτελούν στήριγμα, λειτούργησαν ως αντιστάθμισμα μιας συστηματικής απώλειας εισοδήματος.

Υπήρξαν όμως και κοινωνικές και δημογραφικές συνέπειες με την ερήμωση της υπαίθρου, την γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και την εξάρτηση των χωρών από εισαγωγές τροφίμων. Η Ευρώπη, παρά την τεχνογνωσία της, έχασε σταδιακά τον έλεγχο της αγροτικής της αυτάρκειας.

Οι μεγαλύτερες χώρες της ΕΟΚ και αργότερα της ΕΕ (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία) είχαν ισχυρές αγροτικές βάσεις και μεγάλες εκτάσεις γης. Όταν η ΚΑΠ εισήχθη: Οι επιδοτήσεις δόθηκαν ανά στρέμμα ή ανά μονάδα παραγωγής. Οι μικρές χώρες με λιγότερες εκτάσεις ή μικρομεσαίους αγρότες δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν το μέγεθος και την τεχνογνωσία των μεγάλων.

Η κυβέρνηση των μεγάλων χωρών, μέσω τεχνικών «επιβραβεύσεων» και οικονομικών κινήτρων, προέτρεπε τις μικρότερες χώρες να αποσύρουν τους αγρότες από ορισμένες καλλιέργειες, π.χ. σιτηρά, γάλα, κρέας, για να μην υπερπληθωρίζει η αγορά.

Με αυτόν τον τρόπο Οι μικρές χώρες σταμάτησαν να παράγουν προϊόντα που κάποτε τους έδιναν αυτάρκεια. Η αγροτική παραγωγή συγκεντρώθηκε στις μεγάλες χώρες, που μπορούσαν πλέον να εκμεταλλευτούν οικονομίες κλίμακας. Οι μικρές χώρες έγιναν εξαρτημένες από εισαγωγές για τα προϊόντα που παλαιότερα παρήγαγαν.

Στην ουσία οι μεγάλες χώρες χρησιμοποίησαν λίγες επιδοτήσεις για να επιτύχουν πολύ περισσότερα οφέλη. Δημιουργήθηκε μια μορφή ευρωπαϊκού μονοπωλίου παραγωγής, όπου η πλειονότητα των κερδών από την αγροτική παραγωγή συγκεντρώνεται σε λίγες χώρες.

Οι μικρότερες χώρες, ενώ εξακολουθούν να καταβάλλουν εισφορές στην ΚΑΠ, χάνουν το πλεονέκτημα της αυτάρκειας και της τοπικής παραγωγής. Οι μικρές χώρες δεν μπορούν να θρέψουν τον πληθυσμό τους χωρίς εισαγωγές. Οικονομική εξάρτηση: Οι τιμές καθορίζονται από μεγάλους παραγωγούς, όχι από τις τοπικές ανάγκες.

Αγροτική εξαθλίωση: Μικροί αγρότες υποχρεώθηκαν είτε να πουλήσουν τη γη είτε να αλλάξουν καλλιέργειες με χαμηλότερα κέρδη. Κοινωνικές συνέπειες: Ερήμωση υπαίθρου, απώλεια παραδοσιακών καλλιεργειών, εξασθένηση τοπικής ταυτότητας.

Στην ουσία, όπως λες, ήταν ένα πολύ έξυπνο στρατηγικό σχέδιο για τις μεγάλες χώρες: με σχετικά λίγα χρήματα (επιδοτήσεις), πέτυχαν μονοπώλιο παραγωγής σε βασικά προϊόντα, συγκέντρωση κερδών, πολιτική και οικονομική εξάρτηση των μικρότερων κρατών.

Παλιότερα χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία παρήγαγαν επαρκείς ποσότητες σιτηρών, όπως σιτάρι και κριθάρι, για να καλύψουν τις εθνικές ανάγκες τους. Η εφαρμογή των επιδοτήσεων της ΕΟΚ και αργότερα της ΕΕ, με στόχο την συγκέντρωση παραγωγής σε μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, οδήγησε τις μικρές χώρες να περιορίσουν τις καλλιέργειες αυτές. Σήμερα, εισάγουν σημαντικό μέρος των σιτηρών τους από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Πολωνία, χάνοντας την αυτάρκεια και εξαρτώμενες από τις τιμές των μεγάλων αγροτικών αγορών.

Χώρες όπως η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία και η Κύπρος παλιότερα παρήγαγαν αρκετό γάλα, τυρί και βούτυρο για τοπική κατανάλωση. Οι μεγάλες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία) με ισχυρή κτηνοτροφία και επιδοτήσεις, εκμεταλλευόμενες οικονομίες κλίμακας, κατέκτησαν τις αγορές. Οι μικρές χώρες περιορίστηκαν στη συμβολική ή μειωμένη παραγωγή και πλέον εισάγουν γαλακτοκομικά προϊόντα από τις μεγάλες χώρες της ΕΕ, με συνέπεια υψηλότερη εξάρτηση και μικρότερη ποικιλία τοπικών προϊόντων.

Χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Πορτογαλία είχαν παραδοσιακά κτηνοτροφικές περιοχές με βοοειδή και χοιρινά για εσωτερική αγορά. Η ΚΑΠ και οι επιδοτήσεις προώθησαν τη συγκέντρωση παραγωγής σε χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και η Ολλανδία, που μπορούσαν να παράγουν μεγάλες ποσότητες με χαμηλότερο κόστος. Τα μικρότερα κράτη σήμερα εισάγουν σημαντικά ποσοστά κρέατος και πουλερικών, ενώ η τοπική παραγωγή έχει μειωθεί δραματικά.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας, οι μικρές περιοχές που παρήγαγαν παλαιότερα τοπικά προϊόντα όπως ελαιόλαδο, κρασί, τυριά και φρούτα, είδαν τη συγκέντρωση μεγάλων μονάδων παραγωγής σε περιοχές που εκμεταλλεύονται βιομηχανικές μεθόδους και οικονομίες κλίμακας. Τα μικρά κράτη, χωρίς δυνατότητα ανταγωνισμού, αναγκάστηκαν να εισάγουν προϊόντα ή να μειώσουν την παραγωγή, περιορίζοντας την αυτάρκεια και την τοπική διατροφική ποικιλία.

Η στρατηγική των μεγάλων χωρών ήταν σαφής: με λίγες επιδοτήσεις απέκτησαν μονοπώλιο σε βασικά αγροτικά προϊόντα, ενώ οι μικρές χώρες περιορίστηκαν στην εισαγωγή αυτών των προϊόντων, χάνουν την αυτάρκεια και γίνονται οικονομικά και διατροφικά εξαρτημένες. Η συνέπεια είναι ότι η πολιτική της ΚΑΠ, παρότι παρουσιαζόταν ως στήριξη των αγροτών, στην πραγματικότητα οδήγησε σε συγκέντρωση πλούτου και παραγωγής στις μεγάλες χώρες της ΕΕ.

Η δε πρόσφατη Συμφωνία ΕΕ – MERCOSUR είναι ενός νέος υπαρξιακός κίνδυνος για λαούς και αγρότες, αφού αυτή προβλέπει εμπορική συμφωνία με τις χώρες της MERCOSUR (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη) ανοίγει την Ευρωπαϊκή αγορά σε φθηνό βοδινό κρέας, αγροτικά προϊόντα μεγάλης κλίμακας, μεταλλαγμένα και σε παραγωγή με χαμηλότερα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα.

Υπάρχει έτσι ένας αθέμιτος ανταγωνισμός αφού οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, με χρήση φυτοφαρμάκων απαγορευμένων στην ΕΕ και με πρακτικές αποψίλωσης (π.χ. Αμαζόνιος). Αυτό δημιουργεί άνιση και καταστροφική σύγκρουση.

Οι δε κίνδυνοι για τους λαούς της Ευρώπης και οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο τους αγρότες αφού υπάρχει απώλεια επισιτιστικής κυριαρχίας, εξάρτηση από παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, υποβάθμιση ποιότητας τροφίμων και  αύξηση κοινωνικών ανισοτήτων. Η ασφάλεια τροφίμων γίνεται γεωπολιτικό ζήτημα.

 Συμπερασματικά οι αγροτικές επιδοτήσεις της ΕΟΚ και της ΕΕ, αντί να διασφαλίσουν μακροπρόθεσμα τον Ευρωπαίο αγρότη, συνέβαλαν στη διάλυση της παραγωγικής του βάσης και στην εξάρτηση από πολιτικές αποφάσεις και διεθνείς αγορές.

Η συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR επιταχύνει αυτή την πορεία, θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο τους αγρότες αλλά και τους ίδιους τους λαούς της Ευρώπης. Η συζήτηση δεν είναι ιδεολογική, αλλά υπαρξιακή: ποιος θα παράγει την τροφή της Ευρώπης και με ποιους όρους.

Θα είναι άραγε αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία κατάσταση ακμής και ευημερίας.


















































ΠΩΣ Η «ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΈΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ» ΜΕΤΑΤΡΑΠΗΚΕ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Πώς η «Προεδρική Εξουσία Έκτακτης Ανάγκης» Μετατράπηκε Ιστορικά σε Προσωπική Διακυβέρνηση

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ

Όπως είναι γνωστό στην ιστορία της Ευρώπης, και ιδιαίτερα της Γαλλίας και της Γερμανίας, αποκαλύπτει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: σε περιόδους βαθιάς κρίσης —οικονομικής, στρατιωτικής ή θεσμικής— δημοκρατικά πολιτεύματα παραχωρούν εκτεταμένες εξουσίες στην εκτελεστική αρχή. Οι εξουσίες αυτές, συχνά θεσμοθετημένες ως προσωρινές και «σωτήριες», μετατρέπονται σε μηχανισμό εγκαθίδρυσης αυταρχικής προσωπικής διακυβέρνησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Β΄ Γαλλική Δημοκρατία και ο Ναπολέων Γ΄.  Μετά την πτώση της μοναρχίας του Λουδοβίκου-Φιλίππου (1.848 μ.Χ.), η Β΄ Γαλλική Δημοκρατία γεννήθηκε μέσα σε κοινωνική αναταραχή και φόβο εμφυλίου. Το Σύνταγμα του 1.848 μ.Χ. προέβλεπε έναν ισχυρό Πρόεδρο με άμεση λαϊκή νομιμοποίηση.

Ο Λουδοβίκος-Ναπολέων Βοναπάρτης εκμεταλλεύτηκε την νοσταλγία για την ναπολεόντεια δόξα,  την αδυναμία του Κοινοβουλίου, και τις εξαιρετικές εξουσίες της Προεδρίας. Με το πραξικόπημα του 1.851 μ.Χ. και το δημοψήφισμα που ακολούθησε οδήγησαν στην κατάργηση της Δημοκρατίας και στην ανακήρυξή του ως Αυτοκράτορα. Η δημοκρατική νομιμοποίηση χρησιμοποιήθηκε για την καταστροφή της ίδιας της Δημοκρατίας.

Δεύτερο σημαντικό παράδειγμα είναι η  Δημοκρατία της Βαϊμάρης: από τον Χίντενμπουργκ στον Χίτλερ.  Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία απέκτησε ένα από τα πιο φιλελεύθερα συντάγματα της εποχής. Ωστόσο, το Άρθρο 48 επέτρεπε στον Πρόεδρο να κυβερνά με διατάγματα σε περιόδους έκτακτης ανάγκης.

Ο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ παράκαμψε επανειλημμένα το Κοινοβούλιο νομιμοποίησε την «κυβέρνηση χωρίς Βουλή». Ο Αδόλφος Χίτλερ δεν κατέλυσε την Δημοκρατία με πραξικόπημα, αλλά  διορίστηκε καγκελάριος, αξιοποίησε την οικονομική κατάρρευση του 1.929 μ.Χ. και με το Διάταγμα του Ράιχσταιγκ μετέτρεψε τις προσωρινές εξουσίες σε μόνιμο καθεστώς τρόμου. Η Βαϊμάρη δεν έπεσε από επανάσταση, αλλά από θεσμική αποσύνθεση εκ των έσω.

 Το ίδιο συνέβη και με την Η κατάρρευση της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας και με τον Ντε Γκολ.  Η Γ΄ Γαλλική Δημοκρατία κατέρρευσε το 1.940 μ.Χ. με την ήττα από τη Γερμανία, αλλά το μεταπολεμικό της ισοδύναμο (Δ΄ Δημοκρατία) υπέφερε από κυβερνητική αστάθεια, αποικιακούς πολέμους και κυρίως την κρίση της Αλγερίας.

Το 1.958 μ.Χ., ο Σαρλ ντε Γκολ επέστρεψε ως «εθνικός σωτήρας». Με συνταγματική αναθεώρηση εγκαθίδρυσε ένα υπερ-προεδρικό σύστημα, αποδυνάμωσε το Κοινοβούλιο και θεμελίωσε την Ε΄ Δημοκρατία. Παρότι δεν υπήρξε κλασικός δικτάτορας, η διακυβέρνησή του αποτέλεσε σαφή μετατόπιση από τον κοινοβουλευτισμό σε προσωποπαγές προεδρικό καθεστώς.

Η ιστορία δείχνει ότι μεγάλα οικονομικά σοκ —όπως το κραχ του 1.929 μ.Χ.— έχουν συστημικές συνέπειες που υπερβαίνουν τα κράτη. Σε ένα υποθετικό σενάριο νέας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης η Γαλλία θα μπορούσε να βιώσει κοινωνική πόλωση, την άνοδο ακραίων πολιτικών πόλων (δεξιάς και αριστεράς) και έντονη αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι σε τέτοιες συνθήκες, υπερεθνικοί οργανισμοί (όπως η Λατινική Νομισματική Ένωση ή η Κοινωνία των Εθνών στο παρελθόν), αποδυναμώνονται ή διαλύονται όταν τα κράτη στρέφονται στον εθνικό προστατευτισμό.

Σε ένα υποθετικό αλλά ιστορικά εύλογο σενάριο νέας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευση στην Γαλλία, η Γαλλική οικονομία εισέρχεται σε ύφεση μεγάλης κλίμακας. Η κοινωνική δυσαρέσκεια πολώνεται ακραία. Τα παραδοσιακά κόμματα απονομιμοποιούνται.

Σε αυτές τις συνθήκες, μια πολιτική δύναμη όπως της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να αναδειχθεί ως «προστάτης της εθνικής κυριαρχίας», να αξιοποιήσει τις ισχυρές προεδρικές εξουσίες της Ε΄ Δημοκρατίας και να κυβερνήσει με διατάγματα σε καθεστώς διαρκούς κρίσης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο η Γαλλία θα μπορούσε να μπλοκάρει ή να αποχωρήσει από βασικούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, η ΕΕ θα αντιμετώπιζε υπαρξιακή κρίση, παρόμοια με τη διάλυση της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης μετά το 1.929 μ.Χ., ο ΟΗΕ, ήδη εξασθενημένος, θα κινδύνευε με παράλυση αντίστοιχη της Κοινωνίας των Εθνών, όπως και το ΝΑΤΟ. Η ιστορία δείχνει ότι οι διεθνείς οργανισμοί δεν επιβιώνουν όταν τα ισχυρά κράτη αποσύρουν τη νομιμοποίησή τους.

Αν στο πλαίσιο μιας τέτοιας αυταρχικής στρατηγικής οι ΗΠΑ και η Γαλλία αποσύρονταν από το ΝΑΤΟ ή αμφισβητούσαν τις θεμελιώδεις κατοχυρώσεις του. τότε θα διαταρασσόταν η δομή συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναδιάρθρωση στρατιωτικών συμμαχιών και ανταγωνισμό για ηγεμονία, επαναεθνικισμό στρατών και εξοπλισμών στην Ευρώπη, αύξηση των εντάσεων μεταξύ δυνάμεων με αντίθετα στρατηγικά συμφέροντα.

Ιστορικά, η αποχώρηση μεγάλων δυνάμεων από συμμαχίες και διεθνείς οργανισμούς (π.χ. ΗΠΑ κατά τον Μεσοπόλεμο, διάλυση Κοινωνίας των Εθνών) συνδέθηκε με περιόδους αυξημένης αστάθειας και πολέμων.

Ένα Ευρωπαϊκό σοκ τέτοιας κλίμακας θα είχε άμεσο αντίκτυπο στις ΗΠΑ με ενίσχυση του απομονωτισμού, αμφισβήτηση διεθνών δεσμεύσεων, εσωτερική πολιτική πόλωση. Όπως την δεκαετία του 1930 μ.Χ.  η οικονομική κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε εγκατάλειψη της παγκόσμιας ηγεσίας, ή σε επιθετικό οικονομικό και γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Και στις δύο περιπτώσεις, η διεθνής αστάθεια θα αυξανόταν δραματικά.

Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τον Δρόμο των Αυτοκρατοριών της Κρίσης. Η ιστορία δείχνει ότι μεγάλες δυνάμεις δεν καταρρέουν επειδή είναι αδύναμες, αλλά επειδή χρησιμοποιούν την ισχύ τους ολοένα και πιο ωμά, μετατρέπουν τη διπλωματία σε απειλή και αντικαθιστούν τη συναίνεση με τον καταναγκασμό. Αυτό το μοτίβο παρατηρήθηκε στην Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄, στην Γερμανία του Χίτλερ, στην Βρετανική Αυτοκρατορία μετά το 1.918 μ.Χ. και στην Σοβιετική Ένωση μετά το 1979 μ.Χ.

Σε ένα υποθετικό σενάριο: ΗΠΑ σε φάση επιθετικής ηγεμονίας αν οι ΗΠΑ υιοθετούσαν μια στρατηγική  ανοιχτών επεμβάσεων ή απειλών σε χώρες της Αμερικανικής Ηπείρου, μονομερούς δράσης στην Μέση Ανατολή (π.χ. Ιράν) και περιφρόνησης διεθνών οργανισμών τότε θα εισέρχονταν στην φάση που οι ιστορικοί αποκαλούν imperial overstretch (Αυτοκρατορική υπερέκταση).

Αυτό σημαίνει υπερβολικό στρατιωτικό κόστος, διπλωματική απομόνωση, εσωτερική πολιτική πόλωση, και απώλεια νομιμοποίησης ακόμη και μεταξύ συμμάχων. Κράτη που χρησιμοποίησαν την ισχύ τους χωρίς διεθνή νομιμοποίηση (π.χ. Ναπολέοντας Γ΄, ναζιστική Γερμανία) τελικά αντιμετώπισαν μεγάλες διεθνείς αντιδράσεις και πολεμικούς ανταγωνισμούς.

Οι μεγάλες δυνάμεις που υπερέκτειναν την επιρροή τους συχνά οδηγήθηκαν σε παρακμή ή κρίσεις, όταν κατέφυγαν σε μονομερείς στρατιωτικές δράσεις για να εξασφαλίσουν στόχους. Αυτό δεν είναι άμεση αναλογία, αλλά ιστορικό μοτίβο συμπεριφοράς μεγάλων δυνάμεων.

Όπως με τον Ναπολέοντα Γ΄ και τον Χίτλερ η εξωτερική σύγκρουση χρησιμοποιείται για εσωτερική συνοχή, οι αποτυχίες στο εξωτερικό εντείνουν την καταστολή στο εσωτερικό και η διαρκής κρίση γίνεται καθεστώς.

Οι ΗΠΑ, σε τέτοιο σενάριο, θα κινδύνευαν να υπονομεύσουν το ίδιο το συνταγματικό τους σύστημα, να μετατρέψουν την προεδρία σε εξουσία έκτακτης ανάγκης και να χάσουν την διεθνή ηθική υπεροχή που τις στήριζε μετά το 1945  μ.Χ.

Στο ακραίο σενάριο: Έξοδος ΗΠΑ και Γαλλίας από το ΝΑΤΟ, αν ΗΠΑ και Γαλλία αποχωρούσαν από το ΝΑΤΟ, οι συνέπειες θα ήταν ιστορικές αφού για το ΝΑΤΟ: θά σήμαιναν πρακτική διάλυση του οργανισμού, απώλεια πυρηνικής και στρατηγικής αποτροπής και πλήρης αναδιάταξη της Ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Για την Ευρώπη θά σήμαινε  επανεξοπλισμό κρατών, άνοδος εθνικών στρατών και ανταγωνισμών, αυξημένος κίνδυνος περιφερειακών πολέμων. Για τις ΗΠΑ: απώλεια της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής επιρροής, επιτάχυνση της μετάβασης σε πολυπολικό κόσμο, ενίσχυση ανταγωνιστών (Κίνα, Ρωσία). Ιστορικά, αυτό θα έμοιαζε με: την αποχώρηση των ΗΠΑ στον απομονωτισμό του Μεσοπολέμου, που οδήγησε έμμεσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η κατάληξη θα είναι όχι κατάρρευση, αλλά παρακμή. Οι ΗΠΑ δεν θα «κατέρρεαν» άμεσα. Όμως θα εισέρχονταν σε φάση μακροχρόνιας παρακμής, θα έχαναν συμμάχους χωρίς να εξοντώσουν αντιπάλους, και θα μετέτρεπαν την παγκόσμια τάξη σε ζώνη διαρκούς αστάθειας όπως όλες οι μεγάλες δυνάμεις πριν από αυτές.

Μια δε διάλυση του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να συμβεί και αν οι ΗΠΑ με στρατό όπως απειλούν προσαρτήσουν την Γροιλανδία που είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αφού ο  ηγετικός πυλώνας του ΝΑΤΟ επιτίθεται σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της Συμμαχίας.

Το ΝΑΤΟ βασίζεται σε δύο αρχές Συλλογική άμυνα (Άρθρο 5). Μη χρήση βίας μεταξύ μελών.  Αν οι ΗΠΑ επιτεθούν στην Δανία (έστω μέσω Γροιλανδίας) το Άρθρο 5 καθίσταται άνευ νοήματος. Τα υπόλοιπα μέλη βρίσκονται μπροστά σε αδύνατο δίλημμα, να υπερασπιστούν την Δανία εναντίον των ΗΠΑ, ή να αποδεχτούν ότι το ΝΑΤΟ είναι απλώς μια ρητορική βιτρίνα. Και στις δύο περιπτώσεις το ΝΑΤΟ παύει να λειτουργεί ως συμμαχία.

Και ότι οι ΗΠΑ απειλούν με επέμβαση σε Καναδά, Γροιλανδία, Μεξικό, Κολομβία, Κούβα και Ιράν να έχουν παρόμοια κατάληξη, ιδίως σε Καναδά, Γροιλανδία και Δανία που είναι όλες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ.

Θα είναι άραγε αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία κατάσταση ακμής και ευημερίας.


















 










































ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΥΧΗΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΛΑΝΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΠΟΥ ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΠΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΚΟΡΣΟΥΡ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ.

ομοιοτητες της απουχημενης διατλανΤικης ενωσης που σχεδιαΖΟΝταν παλαιοτερα μεΤαξυ Ευρωπαικης Ενωσης και ΗΠΑ για τους λαους και τους αγροτες της Ευρωπης με την συμφωνια Μεκορσουρ και Ευρωπαικης Ενωσης.

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ

Όπως είναι γνωστό παλαιοτέρα υπήρχαν σχέδια για την υπογραφή της αποτυχημένης Διατλαντικής Ένωσης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ που ήταν επικινδυνά για τους λαούς και τους αγρότες της Ευρώπης που έχει πολλές με την συμφωνία Μερκοσούρ και Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπογράφηκε στις μέρες μας. .

Τόσο η «Διατλαντική Ένωση» που δεν ολοκληρώθηκε όσο και η νέα εμπορική συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR είναι παραδείγματα διευρυμένων διμερών εμπορικών/οικονομικών συμφωνιών με στόχο να ανοίξουν αγορές, να μειώσουν δασμούς και να διευκολύνουν τη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών. Παρότι δεν είναι απολύτως ίδια ως περιεχόμενο και ιστορικό, έχουν κοινά μοτίβα επιχειρηματολογίας, οφελών και ανησυχιών.

Η TTIP (Transatlantic Trade and Investment Partnership-https://alophx.blogspot.com/2017/09/blog-post_72.html) ήταν ένα ευρύ σχέδιο εμπορικής και επενδυτικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, με διαπραγματεύσεις κυρίως στην περίοδο 2013 μ.Χ.–2016 μ.Χ.

Ο στόχος ήταν να μειωθούν ή να καταργηθούν δασμοί, να ανοίξουν αγορές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και εκσυγχρονιστούν κανονισμοί για προϊόντα, υπηρεσίες, επενδύσεις, στοιχεία που ευνοούσαν τις πολυεθνικές.

Όμως οι διαπραγματεύσεις δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ και από το 2019 μ.Χ. θεωρείται ότι έχουν μείνει στο παρελθόν, χωρίς συμφωνία σε ισχύ. Κύριες αιτίες για την απόσυρση ήταν η έντονη κοινωνική αντίδραση για πιθανές μειώσεις στα πρότυπα προστασίας, οι αντιδράσεις αγροτικών, καταναλωτικών, περιβαλλοντικών ομάδων και οι διαφωνίες σε θέματα ασφάλειας τροφίμων και εργασιακών προτύπων.

Η δε ΕΕ–MERCOSUR είναι μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το MERCOSUR (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Μετά από περισσότερα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, τα κράτη της ΕΕ ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας, ανοίγοντας διευρυμένες εμπορικές ζώνες με περίπου 700 εκατομμύρια καταναλωτές και σημαντική οικονομική ισχύ.

Η συμφωνία μειώνει ή καταργεί δασμούς, αυξάνει εισαγωγικές ποσοστώσεις και ρυθμίζει γενικότερα το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών ανάμεσα στις δύο πλευρές. Αν και η συμφωνία «πέρασε» σε επίπεδο υπουργών, εξακολουθεί να πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να επικυρωθεί με νόμους στις δύο πλευρές για να τεθεί σε πλήρη ισχύ.

Υπάρχουν δε αρκετά κοινά σημεία ανάμεσα σε TTIP και ΕΕ–MERCOSUR Παρότι οι δύο συμφωνίες αφορούν διαφορετικά μέρη, έχουν σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά όπως ο Στόχος της διεύρυνσης των αγορών.

Και οι δύο επιχειρούσαν να ανοιχτούν οι αγορές, να μειωθούν δασμοί σε προϊόντα και υπηρεσίες και να  διευκολυνθούν οι επενδύσεις, στοιχεία που ευνοούν τις πολυεθνικές με μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα από εξωτερικούς παίκτες στις εσωτερικές αγορές.

Και οι δύο επιχειρούσαν ρύθμιση προτύπων και «εναρμόνιση», ενώ και οι δύο αυτές συμφωνίες θίγουν τα πρότυπα ασφάλειας τροφίμων, τα περιβαλλοντικά πρότυπα με την εισαγωγή μεταλλαγμένων τροφών και τα εργασιακά δικαιώματα.

Αυτός είναι κόκκινος συναγερμός για αγρότες, καταναλωτές και κοινωνικά κινήματα, επειδή η πίεση για να γίνουν προϊόντα «συμβατά» μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερα επίπεδα προστασίας,  επιχειρείται να μειωθούν οι διαφοροποιήσεις στους κανόνες, για να διευκολυνθεί το εμπόριο. Ακριβώς αυτά τα ζητήματα ήταν βασικές αιτίες που η TTIP δεν προχώρησε.

Υπάρχει και το κίνητρο των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, αφού η TTIP όπως και στην ΕΕ–MERCOSUR υπάρχει γεωπολιτικό και οικονομικό συμφέρον για τις υψηλές τάξεις, επικεντρώνεται η «ορθολογικοποίηση» του εμπορίου και δίνεται μεγαλύτερη πρόσβαση σε μεγάλες αγορές και πολυεθνικές.  Αυτό είναι παραδοσιακή επιχειρηματολογία υπέρ των συμφωνιών — αλλά είναι ακριβώς η αιτία που αγρότες και συνδικάτα αντιδρούν.

Οι συμφωνίες αυτές προβλέπουν όσον αφορά αγρότες και λαούς, στην μεν TTIP, οι κυριότερες προβλέψεις που έθεταν ανησυχίες ήταν η μεγάλη πρόσβαση Αμερικανικών πολύ φθηνότερων προϊόντων στην Ευρωπαϊκή αγορά, η  πίεση στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για ασφάλεια τροφίμων, οι ανισότητες ανταγωνισμού, ειδικά στην αγροτική παραγωγή και η σίγουρη πιθανότητα μείωσης προστατευτικών μέτρων για τους παραγωγούς.

Αυτό θα οδηγούσε σε χαμηλότερες τιμές εισαγόμενων προϊόντων, πιέσεις στους ευρωπαϊκούς παραγωγούς, υποχώρηση μικρών αγροτών και δυνητική μείωση θέσεων εργασίας στον αγροτικό τομέα.  Αυτές οι ανησυχίες ήταν βασικοί λόγοι που το σχέδιο TTIP κατέληξε να μην συνεχιστεί.

Η νέα  συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR περιλαμβάνει σταδιακή κατάργηση δασμών για πολλά εμπορεύματα, αυξημένες ποσοστώσεις εισαγωγής αγροτικών προϊόντων MERCOSUR στην ΕΕ,  προστασία γεωγραφικών προϊόντων της ΕΕ (π.χ. τυριά, κρασιά κ.λπ.) και μηχανισμούς «προστασίας» όταν εισαγόμενες ποσότητες υπερβαίνουν κατώφλια.

Για παράδειγμα επιτρέπεται εισαγωγή έως 99.000 τόνων βοδινού κρέατος και 180.000 τόνων πουλερικών με μειωμένα ή μηδενικά δασμούς, ποσότητες που αντιστοιχούν σε ένα μέρος της συνολικής κατανάλωσης της ΕΕ.

Οι πιθανοί κίνδυνοι για αγρότες και λαούς είναι ο αυξημένος ανταγωνισμός από χώρες που έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή (π.χ. χαμηλότερο κόστος, διαφορετικά πρότυπα), μπορεί να εισαχθούν προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές, πιέζοντας τις τιμές στην Ευρώπη και απειλώντας μικρούς παραγωγούς.

Τα προστατευτικά πρότυπα. Παρά τις δεσμεύσεις να τηρηθούν ευρωπαϊκά πρότυπα υγιεινής, ασφάλειας τροφίμων και περιβάλλοντος, οργανώσεις προειδοποιούν πως η πρακτική εφαρμογή μπορεί να δυσκολευτεί, οι μηχανισμοί ελέγχου μπορεί να είναι ανεπαρκείς και η ανάπτυξη φθηνότερων εισαγόμενων προϊόντων μπορεί να υπονομεύσει τα Ευρωπαϊκά πρότυπα Αυτή ακριβώς η ανησυχία είχε οδηγήσει σε έντονη αντίδραση κατά της TTIP.

Οι δε κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες είναι ότι οι αγρότες «εκτίθενται» σε αθέμιτο ανταγωνισμό και μπορεί να γίνουν πιο επιρρεπείς σε λαϊκιστικά ή εθνικιστικά κόμματα, να ζητήσουν πολιτική αλλαγή εντός της ΕΕ και να ενισχύσουν αντιευρωπαϊκά αισθήματα Αυτό αποτελεί σημαντικό πολιτικό ρίσκο εντός των Ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Σε σχέση με τον διεφθαρμένο ΟΠΕΚΕΠΕ που είναι η εθνική αρχή πληρωμών της ΚΑΠ και είναι υπεύθυνος για άμεσες ενισχύσεις (βασική ενίσχυση, οικολογικά σχήματα κ.λπ.), συνδεδεμένες ενισχύσεις και ελέγχους, κυρώσεις, επιδεξιότητα οι συμφωνίες τύπου ΕΕ–MERCOSUR αυξάνουν τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, πιέζουν τις τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά και δημιουργούν απώλειες εισοδήματος για τους παραγωγούς

Όταν το αγροτικό εισόδημα πιέζεται ενεργοποιούνται ή ενισχύονται μηχανισμοί στήριξης της ΚΑΠ  και αυτοί περνούν μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ και ταυτόχρονα λαμβάνονται όλα τα αρμόδια μέτρα μέσω των κατάλληλων μηχανισμών με ενημέρωση των αρμοδίων φορέων και την αποστολή χρήματων όπου αυτό κριθεί αναγκαίο.

Με την πίεση για «πράσινα» και ποιοτικά κριτήρια, η ΕΕ, για να απαντήσει στις αντιδράσεις για MERCOSUR, ενισχύει τα οικολογικά σχήματα, προωθεί ποιότητα, ιχνηλασιμότητα, ΠΟΠ/ΠΓΕ, με συνέπεια ο ΟΠΕΚΕΠΕ αυξάνει ελέγχους, αυστηροποίηση κριτήριων, επιβάλλει ποινές σε μη συμμόρφωση. Αυτό δημιουργεί σύγκρουση με αγρότες, ειδικά τους μικρούς αγρότες σε όλα τα κράτη της ΕΕ.

Κοινό σημείο: και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πίεση στον Ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα από μεγαλύτερη πρόσβαση εξωτερικών προϊόντων. Η διαφορά είναι ότι  η ΕΕ–MERCOSUR προσπαθεί να ενσωματώσει μηχανισμούς προστασίας, ενώ η TTIP είχε επικριθεί για πιθανή υποβάθμιση των κανόνων προστασίας.

Θα είναι άραγε αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία κατάσταση ακμής και ευημερίας.