Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΛΑΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, Η ΚΟΙΝΗ ΤΟΥΣ ΠΟΡΕΙΑ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΘΑΝΟ ΚΟΙΝΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥΣ

ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΛΑΟΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, Η ΚΟΙΝΗ ΤΟΥΣ ΠΟΡΕΙΑ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΘΑΝΟ ΚΟΙΝΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥΣ

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ



Είναι δύσκολο για τους σύγχρονες μελετητές να ανασυνθέσουν την προϊστορία της Αρχαίας Σπάρτης, καθώς οι γραπτές πηγές είναι πολύ απομακρυσμένες χρονικά από τα γεγονότα, τα οποία είχαν ήδη κατά πολύ αλλοιωθεί από την προφορική παράδοση. 

Εντούτοις, η αρχαιότερη σίγουρη ένδειξη ανθρώπινης εγκατάστασης στην περιοχή της Σπάρτης είναι η εύρεση κεραμικών που χρονολογούνται στη Μέση Νεολιθική περίοδο κοντά στο Κουφόβουνο, περίπου δυο χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης. Αυτά είναι τα αρχαιότερα ίχνη του αυθεντικού Μυκηναϊκού Σπαρτιατικού πολιτισμού, στον οποίο γίνεται αναφορά στην Ιλιάν.

Ο πολιτισμός αυτός φαίνεται πως έπεσε σε παρακμή προς το τέλος της Εποχής του Χαλκού, όταν ελληνικές πολεμικές φυλές Δωριέων από την Ήπειρο και τη Μακεδονία κατέβηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο. 

Οι Δωριείς κατά τα φαινόμενα άρχισαν να επεκτείνουν τα σύνορα της σπαρτιατικής επικράτειας προτού καν ιδρύσουν το δικό τους κράτος. Πολέμησαν ενάντια στους Δωριείς του Άργους στα ανατολικά και νοτιοανατολικά, καθώς και τους Αρκάδες Αχαιούς στα βορειοδυτικά. Επίσης υπάρχουν ενδείξεις πως η ίδια η Σπάρτη, εξαιρετικά δυσπρόσιτη εξαιτίας της τοπογραφίας της κοιλάδας του Ταΰγετου, κρίθηκε από την εποχή εκείνη επαρκώς ασφαλής, γι’ αυτό και δεν οχυρώθηκε ποτέ.

Ανάμεσα στον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες γνώρισαν μια περίοδο αναρχίας και εσωτερικών συγκρούσεων, για την οποία παραθέτουν μαρτυρίες τόσο ο Ηρόδοτος, όσο και ο Θουκυδίδης. Ως αποτέλεσμα προχώρησαν σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες αργότερα απέδωσαν σε έναν ημι-μυθικό νομοθέτη, τον Λυκούργο. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις σηματοδοτούν την ανατολή της Κλασικής Σπάρτης.


Κατά το Δεύτερο Μεσσηνικό Πόλεμο, η Σπάρτη αναδείχτηκε μεγάλη δύναμη τόσο σε τοπικό όσο και σε πανελλήνιο επίπεδο. Κατά τους επόμενους αιώνες, η φήμη της στρατιωτικής δύναμης των σπαρτιατών δεν είχε αντάξιά της. 

Το 480 π.Χ. μια μικρή δύναμη Σπαρτιατών, Θεσπιέων και Θηβαίων με επικεφαλής το βασιλιά Λεωνίδα διεξήγαγε μια θρυλική μάχη μέχρις έσχατων στις Θερμοπύλες απέναντι στον κολοσσιαίων διαστάσεων περσικό στρατό, προκαλώντας αναρίθμητες απώλειες προτού τελικά περικυκλωθεί. 

Η υπεροχή του εξοπλισμού και της στρατιωτικής τέχνης των οπλιτών της σπαρτιατικής φάλαγγας φάνηκε και πάλι ένα χρόνο αργότερα όταν ο σπαρτιατικός στρατός, αυτή τη φορά σε απαρτία, οδήγησε μια συνδυασμένη δύναμη ελληνικών πόλεων κατά των Περσών στις Πλαταιές.

Η αποφασιστική νίκη στη Μάχη των Πλαταιών έδωσε τέλος στους Περσικούς Πολέμους, καθώς και στη φιλοδοξία των Περσών να επεκταθούν σε ευρωπαϊκά εδάφη. Παρόλο που τη μάχη έφερε σε πέρας μια στρατιά από άνδρες από κάθε γωνιά του ελληνικού κόσμου, τα εύσημα δόθηκαν στη Σπάρτη, η οποία πέραν του ότι πρωταγωνίστησε στις Θερμοπύλες και στις Πλαταιές, ήταν ο de facto αρχηγός της ελληνικής εκστρατείας.

Κατά την ύστερη κλασική περίοδο, η Σπάρτη από κοινού με την Αθήνα, τη Θήβα και την Περσική Αυτοκρατορία αποτέλεσαν τις κυριότερες δυνάμεις που μάχονταν μεταξύ τους για την επικράτηση. Ως αποτέλεσμα του ξεσπάσματος του Πελοποννησιακού Πολέμου η Σπάρτη, παραδοσιακά πολιτισμός της ξηράς, έγινε ισχυρή ναυτική δύναμη. 

Στον κολοφώνα της δύναμής της η Σπάρτη υποχρέωσε σε ήττα πολλές από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις – κράτη, καταφέρνοντας να επιβληθεί τελικά και του πανίσχυρου αθηναϊκού στόλου. Προς το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., η Σπάρτη ξεχώριζε ως η δύναμη που είχε νικήσει την Αθήνα και που είχε εισβάλλει στην Περσία, μια περίοδος που είναι γνωστή και ως «Σπαρτιατική ηγεμονία».

Στα πλαίσια του Κορινθιακού Πολέμου η Σπάρτη αντιμετώπισε ένα συνασπισμό των σημαντικότερων ελληνικών κρατών: της Θήβας, της Αθήνας, της Κορίνθου και του Άργους. Αρχικά στη συμμαχία αυτή παρείχε την υποστήριξή της η Περσία, της οποίας τα εδάφη στην Ανατολία είχαν γνωρίσει σπαρτιατική εισβολή και έτσι βρισκόταν σε επιφυλακή για περαιτέρω επέκταση της Σπάρτης στην Ασία.

 Η Σπάρτη κατάφερε να πετύχει μια σειρά από νίκες στην ξηρά, ωστόσο αρκετά από τα πλοία της καταστράφηκαν στην Κνίδο από τον ελληνο-φοινικικό στόλο μισθοφόρων που η Περσία παρείχε στην Αθήνα. Το γεγονός αυτό τραυμάτισε σε μεγάλο βαθμό το σπαρτιατικό ναυτικό, αν και δεν τερμάτισε τις φιλοδοξίες της για επέκταση στα περσικά εδάφη, μέχρι που ο Κόνων από την Αθήνα λεηλάτησε τη σπαρτιατική ακτογραμμή και προκάλεσε τον αρχαίο φόβο των Σπαρτιατών για επανάσταση των ειλώτων.

Μετά από μερικά ακόμη χρόνια πολέμου, η «Ειρήνη του Βασιλέως» υπογράφτηκε, σύμφωνα με την οποία όλες οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας θα παρέμεναν ανεξάρτητες και τα ασιατικά σύνορα της Περσίας δεν θα απειλούνταν πλέον από τη Σπάρτη. 

Αποτελέσματα του πολέμου αυτού ήταν η δυνατότητα επέμβασης στα ελληνικά πράγματα που απέκτησαν οι Πέρσες, αλλά και η επιβεβαίωση της ηγεμονικής θέσης την οποία κατείχε η Σπάρτη στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. 

Η Σπάρτη έπεσε σε παρακμή μετά από μια συντριπτική ήττα του στρατού της από τους Θηβαίους του Επαμεινώνδα στη Μάχη των Λεύκτρων. Αυτή ήταν η πρώτη μάχη στην ξηρά που έχασε ένας σπαρτιατικός στρατός σε πλήρη απαρτία.
Καθώς η ιδιότητα του πολίτη κληρονομούνταν μέσω αίματος, η Σπάρτη κλήθηκε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ύπαρξης στα εδάφη της ενός υπεράριθμου πλήθους ειλώτων σε σχεση με τους ελεύθερους πολίτες, τους λεγόμενους «Ομοίους». Η ανησυχητική μείωση των Ομοίων στη Σπάρτη, συχνά αποκαλούμενη στις πηγές «ολιγανθρωπία», επισημαίνεται από τον Αριστοτέλη.


Η Σπάρτη δεν κατάφερε ποτέ να αναπληρώσει τον αριθμό ενηλίκων ανδρών που έχασε στα Λεύκτρα το 371 π.Χ., και στις επαναστάσεις των ειλώτων που ακολούθησαν. Ωστόσο εξακολούθησε να παραμείνει ισχυρή δύναμη στην περιοχή για δύο αιώνες ακόμη. Ούτε ο Φίλιππος Β', ούτε ο γιος του Αλέξανδρος, προσπάθησαν καν να κατακτήσουν τη Σπάρτη. 

Ήταν αρκετά αδύναμη για να αποτελέσει σημαντική απειλή, αλλά οι ικανότητες του στρατού της παρέμεναν τόσο μεγάλες που οποιαδήποτε απόπειρα εισβολής θα σήμαινε υπερβολικές απώλειες. Ακόμη και κατά την περίοδο της παρακμής της η Σπάρτη ποτέ δεν έπαψε να ισχυρίζεται πως αποτελούσε τον «υπερασπιστή του ελληνισμού», ούτε έχασε το λακωνικό της πνεύμα. 

Ένα ιστορικό ανέκδοτο θέλει το βασιλιά Φίλιππο Β' να στέλνει ένα μήνυμα στη Σπάρτη λέγοντας: «Αν εισβάλλω στη Λακωνία, θα ισοπεδώσω την πόλη της Σπάρτης». Η απάντηση που έλαβε ήταν ένα απλό «Αν.»

Ακόμη κι όταν ο Φίλιππος έφτιαξε ένα πανελλήνιο στρατό με την πρόφαση να ενώσει όλη την Ελλάδα ενάντια στην περσική απειλή, οι Σπαρτιάτες επέλεξαν να μη συμμετέχουν με τη θέλησή τους. Δεν ενδιαφέρονταν σε καμιά περίπτωση να ενώσουν τις δυνάμεις τους με μια πανελλήνια συμμαχία αν δεν επρόκειτο να ηγηθούν της προσπάθειας. 

Ο Ηρόδοτος αφηγείται ότι οι Μακεδόνες κατάγονταν επίσης από τους Δωριείς και ήταν κατά κάποιο τρόπο συγγενικό φύλο των Σπαρτιατών. Ωστόσο αυτό δεν είχε καμία σημασία. Έτσι, μετά την κατάκτηση της Περσικής Αυτοκρατορίας, ο Αλέξανδρος ο Μέγας έστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες με την ακόλουθη επιγραφή: «Αλέξανδρος γιος του Φιλίππου, και οι Έλληνες – πλην των Σπαρτιατών – από τους βαρβάρους που κατοικούν στην Ασία».

Κατά τη διάρκεια των Καρχηδονιακών Πολέμων η Σπάρτη συμμάχησε με τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Κατά τα τέλη τού 3ου αιώνα, θα υπάρξει μία αναλαμπή στην πολιτική ηγεσία της Σπάρτης. Καθώς ο Άγης ο Δ', και ο διαδοχός του Κλεομένης ο Γ', θα προσπαθήσουν να επεναφέρουν την Σπάρτη στο προσκήνιο.

Ο πρώτος θα δοκιμάσει να επαναφέρει την νομοθεσία του Λυκούργου που στην εποχή του είχε νεκρωθεί, αλλά θα δολοφονηθεί. Ο δεύτερος, θα επαναφέρει προσωρινά το κύρος στην Σπάρτη, και θα σημειώσει αρχικά σημαντικές επιτυχίες εναντίον της Αχαικής Συμπολιτείας, αλλά θα ηττηθεί στην μάχη της Σελλασίας, το 222 π.Χ. και θα υποχρεωθεί να φύγει στην εξορία, που θα σημαίνει και το τέλος της ανεξάρτητης Σπάρτης. Ο Κλεομένης θα χαρακτηριστεί από πολλούς, ως "Ο τελευταίος μεγάλος άνδρας της Σπάρτης".

Η πολιτική ανεξαρτησία της Σπάρτης έλαβε τέλος όταν εξαναγκάστηκε να προσχωρήσει στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Το 146 π.Χ. η Ελλάδα κατακτήθηκε από το Ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Μόμμιο. Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής οι Σπαρτιάτες συνέχισαν τον τρόπο ζωής τους, αν και η πόλη τους έγινε κάτι σαν τουριστική ατραξιόν για τους πλούσιους Ρωμαίους που έρχονταν να δουν από κοντά τις «εξωτικές» τους συνήθειες. 

Υπάρχει η υπόθεση πως μετά τη μεγάλη καταστροφή του ρωμαϊκού αυτοκρατορικού στρατού στη Μάχη της Αδριανούπολης (378), μια Σπαρτιατική φάλαγγα συνάντησε και νίκησε μια δύναμη Βισιγότθων εισβολέων.

Κύρια χαρακτηριστικά αυτού του κράτους ήταν η φιλοπατρία, η γενναιότητα, η μιλιταριστική οργάνωση, η πίστη και απόλυτη υπακοή στον ηγέτη και το κράτος, η ξενοφοβία, και υφέρπον ρατσισμός του, η καταπίεση των ειλωτών και ο συστηματικός εξολοθρεμμός τους, μιας και θεωρούταν κατώτεροι και επικίνδυνοι, η επιθετική επέκταση του και το βίαιο τέλος του από εσωτερικές πιέσεις και εξωτερικές εισβολές.

Στην νεότερη εποχή οι Ζουλού, είναι το πιο πολυπληθές έθνος της Νότιας Αφρικής, αριθμώντας σχεδόν 11 από τα 33 εκατομμύρια μαύρων κατοίκων της χώρας. Μέλη των Ζουλού ζουν επίσης στη Ζιμπάμπουε, τη Ζάμπια και τη Μοζαμβίκη. Η γλώσσα τους, η ζουλού ή ισιζουλού, είναι γλώσσα προέλευσης Μπαντού.


Το βασίλειο των Ζουλού έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Νοτιοαφρικανική ιστορία κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Στη διάρκεια του απαρτχάιντ υπέφεραν από τις φυλετικές διακρίσεις και θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Σήμερα έχουν ίσα δικαιώματα με όλους τους πολίτες της Νότιας Αφρικής. Στη γλώσσα των Ζουλού, το όνομά τους σημαίνει Ουρανός.

Πολύ γνωστή προσωπικότητα των Ζουλού ήταν ο Σάκα Ζούλου. Ήταν νόθος γιος του αρχηγού των Ζουλού, Σενζανγκακόνα. Γεννήθηκε περί το 1787. Ο ίδιος και η μητέρα του, Νάντι, εξορίστηκαν από τον Σενζανγκακόνα και βρήκαν καταφύγιο στη Μθεδουα. Ο Σάκα πολέμησε στο πλευρό του αρχηγού της Μθεδουα, Ντινγκισγουαγιο. 

Μετά το θάνατο του Σενζανγκακόνα, ο Ντινγκισγουάγιο βοήθησε τον Σάκα να διεκδικήσει το θέση του αρχηγού του βασιλείου των Ζουλού. Αυτός αναδιργάνωσε το βασίλειο των Ζουλού, το έκανε νια στρατοκρατική κοινωνία υπό την ηγεσία του, υιοθέτησε νέα στρατιωτική οργάνωση, επεκτάθηκε σε όλη την περιοχή της ευρύτερης νότιας Αφρικής, εξόντωσε σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους στην πορεία και το κράτος του απέκτησε από τους δυτικούς το προσωνύμιο «οι Σπαρτιάτες της Αφρικής».

Τον Σάκα διαδέχθηκε ο Ντινγκάνε, ετεροθαλής αδελφός του, ο οποίος συνωμότησε σε με τον Μλανγκάνα, άλλον ετεροθαλή αδερφό του για να τον δολοφονήσουν. Μετά τη δολοφονία του Σάκα, ο Ντιγκάνε δολοφόνησε και τον Μλανγκάνα και ανέλαβε την εξουσία. 

Στα επόμενα χρόνια εκτέλεσε πολλούς υποστηρικτές του Σάκα για να διασφαλίσει την εξουσία. Σύντομα το βασίλειο των Ζουλού εμπλέχτηκε σε πόλεμο με τους Βρετανούς και παρά τις όποιες σημαντικές αρχικές νίκες ενατίον τους στο τέλος ηττήθηκε και υποτάχτηκε σε αυτούς.

Σήμερα οι Ζουλού παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της Νοτίου Αφρικής. Ο Μανγκοσούθου Μπουθελέζι υπήρξε ένας από τους δυο αναπληρωτές Προέδρους της κυβέρνησης εθνικής ενότητας που ανέλαβε εξουσία το 1994. Σπουδαία είναι η μουσική των Ζουλού, που έχει διαδοθεί παγκοσμίως.

Κύρια χαρακτηριστικά και αυτού του κράτους ήταν η φιλοπατρία, η γενναιότητα, η μιλιταριστική οργάνωση, η πίστη και απόλυτη υπακοή στον ηγέτη και το κράτος, η ξενοφοβία, και υφέρπον ρατσισμός του, η καταπίεση των δούλων και ο συστηματικός εξολοθρεμμός τους, μιας και θεωρούταν κατώτεροι και επικίνδυνοι, η επιθετική επέκταση του και το βίαιο τέλος του από ε εσωτερικές πιέσεις και εξωτερικές εισβολές.

Το 1910 οι Βρετανοί δημιούργησαν την Ένωση της Νοτίας Αφρικής, μια αυτόνομη διακυβέρνηση, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της Αυτοκρατορίας. Επίσημες γλώσσες ήταν τα αγγλικά και τα ολλανδικά.

Η τοπική ολλανδική διάλεκτος των Μπόερς, τα αφρικάανς, αναγνωρίστηκε επισήμως το 1925. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πολλοί πήραν και πάλι τα όπλα εναντίον των Βρετανών, στο πλευρό της Γερμανίας στο έδαφος των αποικιών και των δύο αυτοκρατοριών.

Μετά την αποτυχία απόκτησης ανεξαρτησίας με τα όπλα, στράφηκαν στη πολιτική. Το 1918 ιδρύθηκε η «αδελφότητα των Αφρικάνερ» με σημαντική πολιτική επιρροή. Αργότερα, το 1948, το Εθνικό Κόμμα ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και άρχισε να προωθεί πολιτικές προστασίας του πληθυσμού των Αφρικάνερ αλλά και των υπολοίπων λευκών. 

Το 1961 μετά από δημοψήφισμα, η Νότια Αφρική κήρυξε την ανεξαρτησία της. Κατάλοιπο της κοινωνίας των Μπόερς υπήρξε το καθεστώς του "απαρτχάιντ" (apartheid), όρος που μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ύπαρξη έντονων φυλετικών διακρίσεων.


Τον Ιούνιο του 1948, το Εθνικό Κόμμα ανεβαίνει στην εξουσία και θέτει σε εφαρμογή επίσημα την πολιτική του απαρτχάιντ, μια πολιτική πολύ πιο ακριβή, συμπαγή, μόνιμη και αμετάβλητη από το παλαιότερο σκεπτικό των φυλετικών εμποδίων (Colour Bar).

O στόχος της πολιτικής αυτής ήταν να διασφαλίσει επίσημα και θεσμικά τη διακριτή ανάπτυξη των φυλετικών κοινοτήτων, χωρίς η μια να εκμεταλλεύεται την άλλη, σύμφωνα με το θεωρητικό Χέντρικ Φέρβερντ, τον αποκαλούμενο πατέρα και αρχιτέκτονα του Απαρτχάιντ. Σταδιακά, ο διαχωρισμός μεταξύ των Αφρικάνερς και των υπολοίπων Λευκών σταμάτησε να υφίσταται. Οι διαφυλετικοί γάμοι μεταξύ Μαύρων και Λευκών απαγορεύονταν.

Πέρα από το διαχωρισμό των 4 εθνικών κατηγοριών που αναπτύχθηκε παραπάνω (Λευκοί, Κούληδες, Μιγάδες, Μπαντού), θεσπίστηκαν νομοθετικά κείμενα για την κατοικία, την εκπαίδευση, τη μετακίνηση των ατόμων, την εργασία και οτιδήποτε άλλο ενέπιπτε στην κοινωνική ζωή του πληθυσμού. Από το 1953, τέθηκε σε ισχύ και ο νόμος που αφορούσε την πρόσβαση σε υπηρεσίες και δημόσιους χώρους, με αποτέλεσμα ταμπέλες με την επιγραφή "Μόνο Λευκοί" να υπάρχουν σε όλη τη Νότια Αφρική.

To 1956, o διάδοχος του Ντανιέλ Φρανσουά Μαλάν, Γιοχάνες Στράιντομ, κατάργησε το δικαίωμα ψήφου των "έγχρωμων" κατοίκων της Επαρχίας του Ακρωτηρίου, Μιγάδων και Μαύρων.


Δημιουργήθηκαν εθνικά κρατίδια, τα λεγόμενα Μπαντουστάν, στη θέση των παλαιών περιοριστικών τομέων της παλαιάς νομοθεσίας. Οικονομικά ελάχιστα επιβιώσιμα και αποτελώντας μονάχα το 13% του συνολικού εδάφους της χώρας, τα Μπαντουστάν περιέκλειαν ολόκληρους πληθυσμούς σε απομονωμένες νησίδες γης, ως επί το πλείστον στερημένες από φυσικό πλούτο και βιομηχανία, χωρίς πρόσβαση στο διεθνές εμπόριο. 

H επιφανειακή αυτή "ανεξαρτησία" κάποιες φορές βόλευε τους ντόπιους άρχοντες. Μόνο οι Λευκοί απολάμβαναν δημοκρατικό πολίτευμα και αργότερα, το 1984, ένα μικρό ποσοστό Ινδών και Μιγάδων.

Το απαρτχάιντ προκάλεσε οργή και απογοήτευση στους Μαύρους και άλλες μειονοτικές ομάδες, οι οποίοι βρήκαν βήμα έκφρασης μέσα από το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, αλλά και σε ορισμένους φιλελευθεριστές Λευκούς, οι οποίοι αντιπροσωπεύονταν από το Δημοκρατικό Κόμμα της χώρας. Η κυβέρνηση αντιδρούσε με βίαιο συχνά τρόπο: οι διαμαρτυρόμενοι καταδικάζονταν και φυλακίζονταν.

Οι πρώτες εκστρατείες αντίθεσης στην εφαρμογή του απαρτχάιντ χρονολογούνται το 1952. Το 1955, στο Κλιπτάουν, το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, το Κομουνιστικό Κόμμα, οι Δημοκρατικοί και άλλα κινήματα διαμαρτυρίας υιοθέτησαν μια χάρτα δικαιωμάτων, με την οποία θα καταργούνταν όλες οι φυλετικές διακρίσεις στη Νότια Αφρική, θα εγκαθίστατο δημοκρατικό καθεστώς και ένα πολιτικό πρόγραμμα αγροτικής και σοσιαλιστικής μεταρρύθμισης (κατώτατο όριο μισθών, 44ωρο εργασίας την εβδομάδα, κοινωνική ασφάλιση κλπ.). 

156 άτομα (105 Μαύροι, 21 Ινδοί, 23 Λευκοί και 7 Μιγάδες) συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία, ότι σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης με τη βία και την εγκαθίδρυση κομουνιστικού καθεστώτος. Η ποινή για εσχάτη προδοσία ήταν θάνατος.

Στις 29 Μαρτίου 1961, η νοτιοαφρικανική δικαιοσύνη αποφαίνεται την αθώωση όλων των συλληφθέντων. Το κίνημα εναντίον του απαρτχάιντ διαιρείται το 1959, όταν οι ριζοσπαστικοί εγκαταλείπουν το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και ιδρύουν το Παναφρικανικό Κογκρέσο, αργότερα γνωστό ως Παναφρικανικό Κογκρέσο της Αζανίας.

Μετά τη σφαγή της Σάρπβιλ, όπου δεκάδες ειρηνικοί διαδηλωτές κατά του απαρτχάιντ σφαγιάστηκαν στις 21 Μαρτίου 1960, χιλιάδες Μαύροι Νοτιοαφρικανοί κατέστρεψαν το "πάσο" τους, η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στις 8 Απριλίου 1960 και απαγορεύτηκε η λειτουργία στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και στο Παναφρικανικό Κογκρέσο, θέτοντας σε ισχύ το νόμο περί καταστολής του κομουνισμού. 

Σε διεθνές επίπεδο, φθίνει το στάτους της Νοτίου Αφρικής για πρώτη φορά, καθώς τίθεται εκτός από την Κοινοπολιτεία των Εθνών, Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, την UNESCO και τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας.


To 1961, ιδρύθηκε το Δόρυ του Έθνους (Umkhonto we Sizwe), το στρατιωτικό παρακλάδι του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, και εισήγαγε εκστρατεία σαμποτάζ. Οι πρώτες επιθέσεις αφορούσαν κυβερνητικά κτίρια, αλλά γρήγορα οι αρχηγοί του κινήματος συνελήφθησαν τον Ιούνιο του 1963 στη Ριβονία, προάστιο του Γιοχάνεσμπουργκ, και καταδικάστηκαν σε ισόβια το 1964, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Νέλσον Μαντέλα.

Κάποιος εκσυγχρονισμός των βασικών εννοιών της πολιτικής του απαρτχάιντ πραγματοποιήθηκε μετά τη δολοφονία του Χένρικ Φέρβερντ το 1966 από τον Δημήτρη Τσαφέντα, Έλληνα από τη Μοζαμβίκη. 

Η ιδεολογία του απαρτχάιντ συνεχώς από τότε εκμοντερνιζόταν. Έμφαση δε δινόταν στην προάσπιση μόνο των Αφρικάνερς, αλλά όλων των Λευκών της Νοτίου Αφρικής, σε μια προσπάθεια να ενσωματωθούν οι ευρωπαϊκές πληθυσμιακές ομάδες της χώρας, οι οποίες δεν πρέσβευαν "το ιστορικό δικαίωμα και καθήκον να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στη Νότια Αφρική": γι' αυτούς οι Μαύροι δεν ήταν πλέον κατώτεροι, αλλά διαφορετικοί. 

Ακολούθησε μια πολιτική στρατηγική προσέγγισης των Μιγάδων, των Ινδών και των Ασιατών της χώρας, με την ίδρυση κοινοβουλευτικών σωμάτων για καθεμιά από τις φυλετικές αυτές ομάδες, το 1984.

Από την άλλη πλευρά, οι εκφραστές του απαρτχάιντ στο διπλωματικό τομέα, βασιζόμενοι στην προάσπιση των δυτικών αξιών στην Αφρική και στην πάταξη του αθεϊστικού κομουνισμού, προχώρησαν σε μια αποσταθεροποίηση των γειτόνων τους, προκειμένου να αποσοβήσουν τον κίνδυνο επέκτασης μαρξιστικού καθεστώτος στην Αφρική, υποστηριζόμενο από την Κούβα, την Κίνα ή τη Σοβιετική Ένωση (Ανγκόλα και Μοζαμβίκη από το 1975).

Κατά την δεκαετία του '70, οι Αφρικάνερς δεν είχαν πλέον το φόβο να χάσουν την εθνική τους ταυτότητα, ο φόβος αυτός επανήλθε κατά τη δεκαετία του '80 λόγω τριών παραγόντων: (α) της αύξησης των εσωτερικών διαμαχών με τους Μαύρους από το 1976 (β) της αυξανόμενης αντίθεσης των Αφρικάνερς ιερέων, καθώς η τοπική ολλανδική μεταρρυθμιστική εκκλησία καταδίκασε το απαρτχάιντ το 1986 (γ) της διεθνούς καταδίκης της Νοτίου Αφρικής για την πολιτική του απαρτχάιντ. Το 1973, ένα ψήφισμα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώριζε το απαρτχάιντ ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Η νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, σε εμπάργκο από τη δεκαετία του '70, ανέπτυξε ένα σύστημα παράκαμψης των οικονομικών και βιομηχανικών κυρώσεων, βασιζόμενη στη διεθνοποίηση μεγάλων οικονομικών και βιομηχανικών κεφαλαίων, μέσω των λεγόμενων offshore επενδύσεων και επαφών με πολιτικο-στρατιωτικούς συνέταιρους, όπως το Ισραήλ και η Ταϊβάν.


Από το 1976 και την εξέγερση του Σοβέτο, η χώρα αποτελεί θέατρο πολιτικής βίας και αστυνομικής καταστολής στα μπαντουστάν: έπειτα από πολύμηνες ταραχές, ο φόρος αίματος φτάνει τους 600 νεκρούς.

Το κίνημα βάσης της Μαύρης Συνείδησης μένει ακέφαλο με το θάνατο του αρχηγού του, Στίβεν Μπίκο, από εγκεφαλικές κακώσεις, μετά από ξυλοδαρμό από αστυνομικούς του καθεστώτος απαρτχάιντ (12 Σεπτεμβρίου 1977), κάτι που οδήγησε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να επιβάλει κυρώσεις για πρώτη φορά στη Νότια Αφρική, υιοθετώντας εμπάργκο στην αγορά πολεμικού εξοπλισμού. 

Το 1961, η Νότιος Αφρική είχε ήδη υποχρεωθεί να αποσυρθεί από τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, ενώ ακολούθησαν το 1984 και 1985 οικονομικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία.

Οι μυστικές υπηρεσίες της χώρας είχαν προσλάβει επιστήμονες για ένα πρόγραμμα μείωσης της γονιμότητας των Μαύρων γυναικών, μέσω μιας ουσίας που διαχεόταν στο νερό ή κάποιου είδους ένεσης. 

Εξάλλου, το καθεστώς του απαρτχάιντ ωθούσε τις μαύρες γυναίκες σε αντισύλληψη και έλεγχο των γεννήσεων, με αποτέλεσμα στα τέλη της δεκαετίας του '80 ο μέσος όρος παιδιών ανά μαύρη οικογένεια στη Νότια Αφρική να έχει πέσει από 6 σε 4,6, το χαμηλότερο ποσοστό εκείνη την περίοδο στην υποσαχάρια Αφρική. 

Ωστόσο, βάσει δημογραφικών, ιστορικών και ανθρωπολογικών στοιχείων και πηγών, υποστηρίζεται ότι οι μαύρες της Νοτίου Αφρικής είχαν ανάγκη τον οικογενειακό προγραμματισμό, αμφισβητώντας την εφαρμογή της πρακτικής αυτής για ρατσιστικούς λόγους.

Από την πλευρά του, το στρατιωτικό τμήμα του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, το Δόρυ του Έθνους (Umkhonto we Sizwe), οργάνωνε τον ανταρτοπόλεμό του σε στρατόπεδα εκπαίδευσης στην Ανγκόλα, στην Τανζανία ή τη Ζάμπια, όπου λάμβαναν χώρα βασανιστήρια και εκτελέσεις στρατιωτικών που κατηγορούνταν για κατασκοπεία. 

Από το 1977, οργάνωνε σαμποτάζ και επιθέσεις ακόμα και εντός της Νότιας Αφρικής. Κάποιες φορές, οι ενέργειες ήταν συμβολικές, όπως επίθεση κατά των αστυνομικών τμημάτων στα μπαντουστάν, ωστόσο άλλες φορές, επρόκειτο για πραγματικές τρομοκρατικές ενέργειες: επίθεση στην Church Street στην Πραιτώρια το 1983, επίθεση στο Αμανζιμτότι το 1985, δολοφονίες Λευκών γεωργών στο βορρά και ανατολικά στο Τράνσβααλ ή τοπικής αστυνομίας ή Μαύρων που κατηγορούνταν για συνεργασία με τις Αρχές. 

Έπειτα από πίεση και της διεθνούς κοινής γνώμης, το απαρτχάιντ έγινε πιο ελαστικό ως πολιτική κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Πίτερ Βίλεμ Μπότα.

Έπειτα από την ίδρυση σωματείων μαύρων το 1979, ο Μπότα το 1984 εισήγαγε τη σταδιακή μείωση των ανισοτήτων στους μισθούς μεταξύ Λευκών και Μαύρων στα ορυχεία και το 1985 επιτρέπει τη δημιουργία διαφυλετικών συνδικάτων και καταργείται ο νόμος που απαγόρευε τους μικτούς γάμους. 

Ένα χρόνο αργότερα, καταργείται και ο νόμος του 1952, με τον οποίο οι Μαύροι έπρεπε να έχουν πάνω τους και να επιδεικνύουν "πάσο"/διαβατήριο για να έχουν πρόσβαση σε περιοχές της πόλης, κι έτσι μπορούν να κινηθούν ελεύθερα σε όλη την πόλη, ακόμα και να εγκατασταθούν όπου επιθυμούν.

Το 1987, καταργείται και ο νόμος που καθόριζε συγκεκριμένα επαγγέλματα για τους Λευκούς και τους Μαύρους. Ωστόσο, παρά τα ευνοϊκά μέτρα υπέρ των Ασιατών και των Μιγάδων, η πλειονότητα του μαύρου πληθυσμού συνέχιζε να βρίσκεται στο περιθώριο και οι εν μέρει λύσεις που πρόσφερε στην προσαρμογή του απαρτχάιντ στη σύγχρονη κοινωνία περισσότερο εξόργισαν τους υποστηρικτές της κατάργησης των φυλετικών διακρίσεων.


Το 1989, την εξουσία ανέλαβε ο Φρεντερίκ ντε Κλερκ, ο τελευταίος λευκός πρόεδρος της Νότιας Αφρικής. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησής του απελευθερώθηκε ο Νέλσον Μαντέλα στις 11 Φεβρουαρίου 1990, με τον οποίο μοιράστηκε το 1993 το Νόμπελ Ειρήνης, "για τη συνεισφορά τους στον ειρηνικό τερματισμό του απαρτχάιντ και για τη θεμελίωση μιας νέας δημοκρατικής Νότιας Αφρικής".

Επίσης, νομιμοποιήθηκαν τα άλλοτε απαγορευμένα πολιτικά κόμματα και από το Μάρτιο του 1990 άρχισαν επίσημες διαπραγματεύσεις με το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο. Η πλειονότητα των νόμων του απαρτχάιντ καταργήθηκαν μεταξύ του 1989 και του 1991, και τον Απρίλιο του 1992 πραγματοποιήθηκε συνταγματική συνέλευση.

Αν και ορισμένοι συντηρητικοί Αφρικάνερς κατέφευγαν σε ουτοπιστικές πεποιθήσεις του παρελθόντος (Βόλκσταατ, λαϊκό κράτος), άλλοι, οι οποίοι θεωρούνται οι κύριοι εκπρόσωποι των Λευκών Νοτιοαφρικανών, υιοθέτησαν και πάλι το παλαιότερο σλόγκαν "Προσαρμογή ή αφανισμός", οδηγώντας σε μια πολιτική "ανοίγματος" προς τη μαύρη πλειοψηφία της χώρας. Μετά από τέσσερα χρόνια συνταγματικών διαπραγματεύσεων, οι πρώτες πολυφυλετικές εκλογές διεξάχθησαν τον Απρίλιο του 1994 και οδήγησαν στην εκλογή του Νέλσον Μαντέλα, πρώτου μαύρου προέδρου της Νοτίου Αφρικής.

Από το 1996 ως το 1998, η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης διέσχισε όλη τη χώρα για να συλλέξει μαρτυρίες θυμάτων και καταπιεστών, οπαδών ή αντιπάλων του απαρτχάιντ, προκειμένου να καταγράψει όλες τις καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταξύ 1960 και 1993 και να διαλευκάνει τα εγκλήματα και τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν είτε από την κυβέρνηση είτε από τα απελευθερωτικά κινήματα.

Η τελική έκθεση της Επιτροπής υπογράμμιζε την έλλειψη μεταμέλειας ή επεξηγήσεων ορισμένων πρώην πολιτικών ηγετών του καθεστώτος του απαρτχάιντ όπως οι Πίτερ Βίλεμ Μπότα, Φρεντερίκ ντε Κλερκ, Μάγκνους Μάλαν, αλλά και την ανάλογη συμπεριφορά ορισμένων αρχηγών του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, ιδίως στα στρατόπεδα εκπαίδευσης της Ανγκόλα και της Τανζανίας.

Η πλειοψηφία όσων βρέθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης, αθωώθηκε λόγω ελλειπών αποδείξεων ή συμμόρφωσης με τους κανόνες. Η Νότια Αφρική αναφέρεται συχνά ως Έθνος Ουράνιο Τόξο, όρος που επινοήθηκε από τον αρχιεπίσκοπο Ντέσμοντ Τούτου και χρησιμοποιήθηκε από τον Νέλσον Μαντέλα ως μεταφορά για την περιγραφή της πολυπολιτισμικής απάντησης στον ρατσισμό και την ξενοφοβία της ιδεολογίας του απαρτχάιντ.

Το απαρτχάιντ εφαρμόστηκε επίσης από το 1959 μέχρι το 1979 και στη Νοτιοδυτική Αφρική, σημερινή Ναμίμπια. Κατά τη δεκαετία του '80, υπήρξαν σταδιακές μεταρρυθμίσεις, με τη θέσπιση πολιτικών δικαιωμάτων στους "Ινδούς" και στους "Μιγάδες", μέχρι που καταργήθηκε ως καθεστώς το 1991.

Κύρια χαρακτηριστικά και αυτού του κράτους ήταν η φιλοπατρία, η γενναιότητα, η μιλιταριστική οργάνωση, η πίστη και απόλυτη υπακοή στον ηγέτη και το κράτος, η ξενοφοβία, και υφέρπον ρατσισμός του, η καταπίεση των μαύρων δούλων και ο συστηματικός εξολοθρεμμός τους, μιας και θεωρούταν κατώτεροι και επικίνδυνοι, η επιθετική επέκταση του και το βίαιο τέλος του από εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις.

Ο όρος Ναζιστική Γερμανία ή Τρίτο Ράιχ , επίσημο όνομα Γερμανική Αυτοκρατορία (Deutsches Reich) και αργότερα Μείζων Γερμανική Αυτοκρατορία (Großdeutsches Reich), αναφέρεται στη Γερμανία της περιόδου 1933–1945, κατά την οποία το Ναζιστικό Κόμμα με επικεφαλής τον Αδόλφο Χίτλερ, ήταν στην εξουσία.

Η εξωτερική πολιτική που ακολούθησε η Ναζιστική Γερμανία, βασισμένη κυρίως στην έννοια του "ζωτικού χώρου", (Lebensraum), ήταν ανάμεσα στους κύριους λόγους του ξεσπάσματος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ναζιστικό καθεστώς άλλαξε ολοσχερώς τις πολιτικές και κοινωνικές δομές στη χώρα, καθιερώνοντας τον "υπέρτατο Ηγέτη" (Φύρερ) και υιοθετώντας φυλετική πολιτική, η οποία οδήγησε στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης και, τελικά, στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης. Η ένοπλη σύρραξη που προκλήθηκε από την πολιτική του καθεστώτος είχε ως συνέπεια τη μεταβολή του παγκόσμιου χάρτη.

Είναι γνωστή η ιστορία και τα καταστροφικά αποτελέσματα της πολιτικής και της προσπάθειας επέκτασης αυτού του καθεστώτος στον κόσμο. Κύρια χαρακτηριστικά και αυτού του κράτους ήταν ο ακραίος εθνικισμός, η γενναιότητα, η μιλιταριστική οργάνωση, η πίστη και απόλυτη υπακοή στον ηγέτη και το κράτος, η ξενοφοβία, και υφέρπον ρατσισμός του, η καταπίεση όλων των υπόδουλων και ο συστηματικός εξολοθρεμμός τους, μιας και θεωρούταν κατώτεροι και επικίνδυνοι, η επιθετική επέκταση του και το βίαιο τέλος του από εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις.

Ο πρώτος μαζικός επαναπατρισμός Εβραίων συνέβη κατά τον 14ο αιώνα κυρίως από την Ισπανία προς την Ιερουσαλήμ. Από τον 19ο αιώνα το σιωνιστικό κίνημα (που είχε ιδρυθεί το 1897 με σκοπό την ίδρυση του Ισραήλ), απαίτησε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους, ενώ ανέλαβε την παράνομη μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων στην Παλαιστίνη, την οποία προσπάθησαν αρχικά να σταματήσουν οι Βρετανοί οι οποίοι είχαν μετατρέψει την περιοχή σε προτεκτοράτο. 

Το 1917 όμως η Βρετανία άλλαξε στάση και ο υπουργός εξωτερικών Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ δήλωσε πως υποστηρίζει τη μελλοντική ίδρυση Εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη "στο βαθμό που δεν επηρεάζονται οι Άραβες κάτοικοι". Η Εβραϊκή παράνομη μετανάστευση συνεχίστηκε και αυξήθηκε σημαντικά στα επόμενα χρόνια και πολλές καθαρά εβραϊκές νέες πόλεις και ιδρύματα χτίστηκαν.

Την περίοδο 1936 -1939 οι Άραβες ξεσηκώθηκαν ένοπλα εναντίον των Βρετανών και σε μικρότερο βαθμό πραγματοποίησαν επιθέσεις σε εβραϊκούς οικισμούς. Με την έναρξη του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου και καθ´όλη τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος οι Βρετανοί απαγόρευσαν την είσοδο Εβραίων στη χώρα. 

Μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μια εβραϊκή μυστική στρατιωτική οργάνωση, η Χαγκανά (Άμυνα), που σχηματίστηκε στα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, άρχισε να μάχεται τους Βρετανούς και τους Άραβες, επιχειρήσεις που η ισραηλινή ιστορία καταγράφει ως την αρχή του ισραηλινού "πόλεμου της ανεξαρτησίας". Το 1947, ο ΟΗΕ ανέλαβε τον έλεγχο της Παλαιστίνης, και στις 29 Νοεμβρίου η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε την απόφαση Αρ. 181 για τη διαίρεση της Παλαιστίνης σε ένα ισραηλινό και ένα αραβικό κράτος, και τη μετατροπή της Ιερουσαλήμ σε διεθνή πόλη εκτός συνόρων. 

Σύμφωνα με αυτήν την απόφαση η παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ, καθώς και η δυτική όχθη του Ιορδάνη, τέθηκε υπό τον έλεγχο της Ιορδανίας, ενώ η νέα πόλη ελέγχθηκε από τους Ισραηλινούς. Οι Άραβες άρχισαν βίαιες διαμαρτυρίες κατά των Εβραίων, τη στιγμή που στην περιοχή κατοικούσαν 590.000 Εβραίοι και 1.320.000 Άραβες.


Στις 14 Μαΐου 1948, μία ημέρα πριν λήξει η βρετανική Εντολή στην περιοχή, το ανώτατο εβραϊκό συμβούλιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του Ισραήλ και όρκισε πρόεδρο τον Χάιμ Βάιζμαν και πρωθυπουργό τον σιωνιστή ηγέτη, Δαβίδ Μπεν Γκουριόν. 

Παράλληλα, η Χαγκανά παρουσιάζεται πλέον ως ο τακτικός στρατός του κράτους του νεοσύστατου Ισραήλ που έκτοτε ονομάζεται Αμυντική Ισραηλινή Δύναμη' (Israel Defense Force/IDF, Εβραικά: Τσβά Χαγκανά Λε-Γισραέλ) γνωστότερος στους Ισραηλινούς, από τα αρχικά, του ως 'Τσαχάλ'. 

Την επόμενη ημέρα ξέσπασε ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1948, όταν πέντε αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Ιορδανία, Συρία, Λίβανος και Ιράκ) εισέβαλαν στρατιωτικά, με την αρωγή και άλλων στρατευμάτων από την Υεμένη και την Σαουδική Αραβία. Η Αίγυπτος και η Ιορδανία προσάρτησαν τότε το Σινά και την Γάζα η πρώτη και την Δυτική Όχθη η δεύτερη. Μετά από ένα χρόνο εχθροπραξιών υπεγράφη ανακωχή.

Έκτοτε ακολούθησαν πολλές ακόμα συγκρούσεις που συνεχίζονται μέχρι και τις μέρες μας. Κύριες στιγμές της Αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης ήταν ο πόλεμος των Έξι Ημερών του 1967, όταν το Ισραήλ επιτέθηκε πρώτο στις δυνάμεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας που ήταν έτοιμες να του επιτεθούν, και προέλασε στο έδαφος τους καταλαμβάνοντας τη χερσόνησο του Σινά, την Λωρίδα της Γάζας, την Δυτική Όχθη και τα Υψώματα του Γκολάν, και ο πόλεμος του Γιομ Κιππούρ του 1973 όταν και πάλι οι Αγυπτιο-Συριακές δυνάμεις επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά την ημέρα της ιερότερης θρησκευτικής γιορτής των Εβραίων, αυτή τη φορά με επιτυχία (το Ισραήλ σώθηκε με αμερικανική παρέμβαση). 

Ταυτόγχρονα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις μέρες μας, ένας μυστικός τρομοκρατικός πόλεμος με εκατέρωθεν δολοφονίες τόσο στο Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη όσο και σε τρίτες χώρες εξελίσσεται ανάμεσα σε διάφορες αραβικές οργανώσεις και την ισραηλινή μυστική υπηρεσία "Μοσάντ". Για παράδειγμα η δολοφονία ένδεκα Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 και, πρόσφατα, η δολοφονία παλαιστινίου προμηθευτού όπλων της Χαμάς στο Ντουμπάι.

Ο Μεναχέμ Μπέγκιν (ισραηλινός πρωθυπουργός 1977-1983) με τον αιγύπτιο πρόεδρο Ανουάρ αλ-Σαντάτ στην πανηγυρική κοινή συνεδρίαση του αμερικανικού κονγκρέσου όπου ανακοινώθηκε η συμφωνία του Καμπ Ντέϊβιντ στις 18 Σεπτεμβρίου 1978. 

Από τις 19 Νοεμβρίου του 1977, ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου Ανουάρ αλ-Σαντάτ, ξεκινά ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μαζί με το Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ, με αποτέλεσμα στις 26 Μαρτίου του 1979, να υπογραφεί στο Καμπ Ντέιβιντ συμφωνία σύμφωνα με την οποία η Αίγυπτος αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ ενώ το Ισραήλ αποσύρθηκε από το Σινά. 

Η Ισραηλινή πλευρά υποσχέθηκε επιπλέον να αρχίσει συνομιλίες με τους Παλαιστίνιους. Αντί του τελευταίου όμως ο τότε ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν άρχισε να επιχορηγεί τους, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο παράνομους, Εβραϊκούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη προκαλώντας την οργή των Παλαιστινίων, πολιτική που συνεχίζεται έως τις μέρες μας.

Εν συνεχεία ακολούθησε ο πόλεμος του Λιβάνου το 1982 αμέσως μετά την επιχείρηση δολοφονίας του ισραηλινού πρεσβευτή στο Λονδίνο (η οποία τελικά οδήγησε στην οριστική παράλυση του) από μέλη μίας παλαιστινιακή οργάνωση με έδρα τον Λίβανο, αντιτιθέμενη στην PLO. Ο ισραηλινός στρατός εισέβαλε στη συνέχεια στον (τότε χαώδη λόγω του συνεχιζόμενου εμφυλίου) Λίβανο με τη συνδρομή Λιβανέζων Χριστιανών.

Μετά από μάχες με ένοπλους Λιβανέζους και Παλαιστίνιους, οι ισραηλινοί κατέλαβαν μεγάλο μέρος της χώρας και τελικά περικύκλωσαν και στο τέλος εξεδίωξαν τους Παλαιστίνιους μαχητές από τη Δυτική Βυρητό. 

Με την ανοχή του Ισραηλινού στρατού Χριστιανοί Λιβανέζοι ένοπλοι έπραξαν τη φοβερή σφαγή Παλαιστινίων μουσουλμάνων στα στρατόπεδο προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα. Στη συνέχεια ο ισραηλινός στρατός αυτοπεριορίστηκε στην κατοχή του Νοτίου Λίβανου μέχρι το 2000 οπότε και αποχώρησαν και οι τελευταίες δυνάμεις.

Η Ιντιφάντα, η συνεχιζόμενη ένοπλη εξέγερση Παλαιστινίων στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη της Δυτικής Όχθης, ξεκίνησε το 1987 και συνεχίζεται σε μικρότερη κλίμακα έως τις μέρες μας. Ο Γιτζάκ Ράμπιν (εβραϊκά: Γιτσχάκ Ραμπίν) (ισραηλινός πρωθυπουργός 1992-1995), ο Μπιλ Κλίντον και ο Γιάσερ Αραφάτ στη Συμφωνία του Όσλο στις 13 Σεπτεμβρίου 1993.


Μετά την Αίγυπτο, το 1994 η Ιορδανία έγινε η δεύτερη αραβική χώρα που αναγνώρισε το Ισραήλ. Οι διαφορές Αράβων και Ισραηλινών φάνηκαν να διευθετούνται προσωρινά με τις Συνθήκες του Όσλο του 1994, που προέβλεπαν τη δημιουργία της Παλαιστινιακής Αρχής, ξεχωριστού κράτους των Παλαιστινίων, χωρίς ωστόσο οι συγκρούσεις να σταματήσουν. 

Το 1994 ο πρωθυπουργός Ισαάκ Ραμπίν (Γιτσχάκ Ραμπίν) έλαβε από κοινού με τον Γιάσερ Αραφάτ το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για τη συμφωνία και λίγο αργότερα ο Ραμπίν δολοφονήθηκε από τον ακρο-δεξιό Ισραηλινό εξτρεμιστή Yigal Amir.

Το Ισραήλ αποχώρησε μονομερώς από τη Γάζα τον Αύγουστο του 2005, υπό πρωθυπουργίας του Αριέλ Σαρόν, μετά από βίαιη απομάκρυνση Εβραίων εποίκων από τον Ισραηλινό στρατό. Τον Ιούνιο του 2006 μαχητές της Σιϊτικής οργάνωσης του Λιβάνου Χεζμπολά πρώτα σκότωσαν πέντε και απήγαγαν δύο Ισραηλινούς στρατιώτες στα ισραηλινο-λιβανέζικα σύνορα και στη συνέχεια εξαπέλυσαν καταιγισμό οβίδων αλλά και πυραύλων Ιρανικής προέλευσης που έπληξαν μεγάλες Ισραηλινές πόλεις στο βορρά όπως η Χάιφα σκοτώνοντας 43 Ισραηλινούς πολίτες, προξενώντας υλικές ζημιές και μεγάλο πανικό στον άμαχο πληθυσμό.

Περίπου 200.000-500.000 Ισραηλινοί χρειάστηκε να εγκαταλείψουν προσωρινά τα σπίτια τους. Το Ισραήλ απάντησε με ένα σκληρότατο βομβαρδισμό εκτεταμένων στρατιωτικών αλλά και πολιτικών στόχων στο Λίβανο από ξηρά, αέρα και θάλασσα που προξένησε πολύ μεγάλες απώλειες αμάχων και τεράστιες υλικές ζημιές. 

Το Ισραήλ κατηγορήθηκε από πολλές χώρες για χρήση βίας εκτός μέτρου αλλά οι ΗΠΑ απέτρεψαν την καταδίκη του από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξασκώντας δικαίωμα 'βέτο. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Κύρια χαρακτηριστικά και αυτού του κράτους ή είναι  η φιλοπατρία, η γενναιότητα, η μιλιταριστική οργάνωση, η πίστη και απόλυτη υπακοή στον ηγέτη και το κράτος, η ξενοφοβία, και υφέρπον ρατσισμός του, η καταπίεση των παλαιστινίων «δούλων» του και ο συστηματικός εξολοθρεμμός τους, μιας και θεωρούνται κατώτεροι και επικίνδυνοι, η επιθετική επέκταση του και οι ισχυρές εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις.


Θα έχει άραγε και το Ισραήλ ένα βίαιο τέλος όπως όλα τα προαναφερθέντα καθεστώτα μετά από μία βίαιη εξωτερική εισβολή και ισχυρές εσωτερικές πιέσεις; Τίποτα δεν είναι στην εποχή μας απίθανο και μόνο εάν οι ίδιοι οι Ισραηλινοί μετανιώσουν για τα λάθη τους και αλλάξουν πολιτικοί θα βρουν ειρήνη και ευημερία όπως όλοι οι υπόλοιποι λαοί. Αλλιώς αν παραμείνουν αμετανόητοι και πορωμένοι θα ισχύσει πιθανόν και για αυτούς, όπως και για όλους τους παραπάνω λαούς το γνωστό βιβλικό ρητό : «Μάχαιρα έδωσες, μαχαίρα θα λάβεις».

ΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΗΓΕΤΕΣ ΤΟΥ Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΟΥΣ ΣΕ ΑΥΤΟΝ KAI META

ΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΗΓΕΤΕΣ ΤΟΥ Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΟΥΣ ΣΕ ΑΥΤΟΝ KAI META
Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ



Είναι γνωστό πως στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, ξεκίνησε ως γνωστόν ο «Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος», γνωστός αρχικά ως «ο μεγάλος ευρωπαϊκός πόλεμος».  Το 1914, με αφορμή την δολοφονία του διαδόχου του Αυστροουγγρικού θρόνου Φραγκίσκου-Φερδινάνδου  κυρήχθηκε πόλεμος μεταξύ τον δύο παραπάνω συμμαχιών (Τριπλής συμμαχίας και Τριπλής συνεννόησης), και σταδιακά  η Γερμανία βρέθηκε να πολεμάει ανάμεσα σε δύο μέτωπα (Γαλλία από τα δυτικά και Ρωσία από τα ανατολικά). 
Αυτή η εξέλιξη οφειλόταν στην αλλοπρόσαλλη, αλαζονική και επιθετική επεκτατική πολιτική του Κάιζερ τα προηγούμενα χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα, τόσο την περικύκλωση της χώρας του,  όσο και την ενίσχυση του μίσους και της αντιπάθειας των Ευρωπαϊκών λαών προς αυτή. 

Παρά τις όποιες αρχικές επιτυχίες, τόσο στην δύση (κατάληψη Βελγίου και προώθηση στο εσωτερικό της Γαλλίας), όσο και στην ανατολή (μάχη του Τάνενμπεργκ) και την προώθηση των Γερμανικών στρατευμάτων σχεδόν ως το Παρίσι, σύντομα η προέλαση αυτή ανακόπηκε και ο πόλεμος μετατράπηκε σε πόλεμο χαρακωμάτων για τα 4 επόμενα χρόνια.



Επίσης ο απεριόριστος υποβρυχιακός πόλεμος που κύρηξε η Γερμανία, που είχε ως συνέπεια να βυθιστούν και πολλά μεταφορικά πλοία, στα οποία υπήρχαν και Αμερικανοί πολίτες όπως το Λουζιτάνια, η παγκόσμια παρεμπόδιση του θαλάσσιου εμπορίου των ΗΠΑ, καθώς και η απερίσκεπτη αποστολή του τηλεγραφήματος Ζήμερμαν στην Μεξικανική κυβέρνηση (στο οποίο προτεινόταν συμμαχία Μεξικού-Γερμανίας και προσάρτηση στο Μεξικό με την βοήθεια της Γερμανίας Αμερικανικών εδαφών), είχε ως αποτέλεσμα την κήρυξη πολέμου τις ΗΠΑ στην Γερμανία το 1917. 

Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για την Γερμανία, αφού εκτός από το ότι οι δυνάμεις της είχαν αρχίσει να εξαντλούνται, σύντομα νέες ξεκούραστες και επαρκώς εξοπλισμένες μονάδες του Αμερικανικού στρατού θα προστεθόταν στις δυνάμεις των αντιπάλων της και θα έγερναν αποφασιστικά την πλάστιγγα εναντίον της.


Έτσι στο μέσο σχεδόν του πολέμου αυτού, όταν οι Γερμανοί πιεζόταν ασφυκτικά σε δύο μέτωπα από τους Ρώσους και τους δυτικούς (και οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να εισέλθουν στον πόλεμο εναντίον τους), αποφάσισαν να απαλλαχτούν από ένα από τα δύο επικίνδυνα μέτωπα και να επικεντρώσουν όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις και την προσοχή τους στο ένα. 

Έτσι προσέγγισαν έναν Ρώσο πολιτικό εξόριστο στην Ζυρίχη τον Βλάντιμιρ ίλιτς Ουλιάνωφ, γνωστό με το ψευδώνυμο Λένιν, και του πρότειναν, τόσο να τον μεταφέρουν πίσω στην χώρα του, όσο και να τον χρηματοδοτήσουν και να τον βοηθήσουν να πάρει την εξουσία σε αυτήν, με αντάλλαγμα την παύση των εχθροπραξιών στο ανατολικό μέτωπο και την παραχώρηση σημαντικών εδαφών στην Γερμανία. 
Αυτός πραγματικά δέχτηκε και οι Γερμανοί έστειλαν κρυφά πίσω στην Ρωσία και τον χρηματοδότησαν (τον Λένιν) με 10 εκατομμύρια χρυσά μάρκα αρχικά (με τα οποία έλυσε το πρόβλημα χρηματοδότησης της οργάνωσης του, αγόρασε τον εξοπλισμό της «επανάστασης» του, μπόρεσε να εκδώσει πάμπολα φύλλα στην εφημερίδα του, καθώς και να λαδώσει στρατιωτικά τμήματα για να έρθουν με το μέρος του).

Μετά του δόθηκαν και άλλα (μέχρι που έλυσε το πρόβλημα χρηματοδότησης μετά το πέρας του πραξικοπήματος  του,  αφού πήρε τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας), προκειμένου να καταλάβει την εξουσία στην χώρα αυτή, να την βγάλει εκτός πολέμου και να παραδώσει εδάφη στην Γερμανία, δρώντας ως υποτελής και πράκτορας τους.

Η χρηματοδότηση του Λένιν έγινε από τον Γερμανό τραπεζίτη Πάρβους. Η μεταφορά του που πραγματοποιήθηκε μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής Γενεύης-Πετρούπολης (τον μετέφεραν τόσο καλά κλεισμένο σε σφραγισμένο τρένο, σαν να ήταν ο βάκιλος της πανούκλας, όπως ανέφερε ο Τσόρτσιλ και το οποίο κατά την διαδρομή του συνοδευόταν από Γερμανούς στρατιώτες). 

Μόλις έφτασε στην Ρωσία άρχισε να οργανώνει ταραχές και  στις 26 Οκτωβρίου του 1917,  προχώρησε με μία ένοπλη ομάδα 10.000 αντρών σε μία πόλη τριών εκατομμυρίων, παντελώς αποδιοργανωμένη και αδιάφορη για τα τεκταινόμενα, σε ένα πραξικόπημα το οποίο φρόντισε με μία έντονη δόση προπαγάνδας να προβάλει τόσο ο ίδιος, όσο και οι γερμανικές εφημερίδες που τον υποστήριζαν, σαν μία μεγάλη λαϊκή επανάσταση.
  

Τηρώντας αρχικά την «λυκοσυμμαχία» αυτή, έκανε ακριβώς όπως τον δασκάλεψαν, καταλαμβάνοντας με πραξικόπημα την εξουσία στην χώρα, το οποίο μετονόμασε σε «επανάσταση του ρωσικού λαού» [βοηθήθηκε σημαντικά σε αυτό από τον Τρόσκι που ήταν αρχικά εξόριστος «αιχμάλωτος» στον Καναδά και η Βρετανική κυβέρνηση εν καιρώ πολέμου τον άφησε προδοτικά να γυρίσει πίσω στην Ρωσία αν και ήταν γνωστή η δράση του κατά των συμμάχων γενικότερα, τον αιμοδιψή μαθητή του Στάλιν, ο οποίος βοήθησε στην άλωση της πρωτεύουσας (Μόσχας) με την δράση του, και στους προδότες πρίγκιπες (όπως θείοι του τσάρου που εποφθαλμιούσαν τον θρόνο) της ρωσικής δυναστείας και πολιτικούς, όπως ο Κερένσκυ που στράφηκαν εναντίον του τσάρου].
Αμέσως μετά φρόντισε να συνάψει ανακωχή με την Γερμανία και να προβεί σε αποστράτευση του Ρωσικού στρατού. Στις 3 Μαρτίου του 1918, με τα γερμανικά στρατεύματα να κινούνται προς την Πετρούπολη, λόγω της αρχικής υπαναχώρησης του Λένιν να τηρήσει τα συμφωνηθέντα,  ο Λένιν διέταξε τον Τρότσκι να δεχτεί τους όρους των Κεντρικών δυνάμεων. 

Έτσι, υπογράφηκε η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, που είχε σαν αποτέλεσμα, η Ρωσία να χάσει την Ουκρανία, την Φινλανδία, τις Βαλτικές χώρες, την Αρμενία, την Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν και την Πολωνία. Αμέσως μετά οι χώρες αυτές προσαρτήθηκαν στην Γερμανία και εγκαθιδρυθήκαν σε αυτές φιλογερμανικές κυβερνήσεις. 

Παράλληλα έχασε και τον ¼ των εδαφών της και του πληθυσμού της,  ενώ σύντομα άρχισε και ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος στην χώρα, που είχε ως συνέπεια,  μετά από πέντε έτη την πλήρη επικράτηση της δικτατορικής κυβέρνησης των Μπολσεβίκων.

Μετά από αυτά τα γεγονότα η Γερμανία ήταν έτοιμη για την επίθεση στο δυτικό μέτωπο με νέες δυνάμεις, πριν οι ΗΠΑ, εισέλθουν πλήρως στον πόλεμο. 

Πραγματικά η σχεδιαζόμενη επίθεση πραγματοποιήθηκε, αλλά μετά από προσωρινές επιτυχίες και νέες καταλήψεις εδαφών από τους Γερμανούς, η επίθεση τους ανακόπηκε, ενώ η αντεπίθεση των αντιπάλων της και μαζική συμμετοχή των Αμερικανών στρατιωτών στον πόλεμο, παράλληλα με την ήττα και παράδοση των συμμάχων της στα άλλα μέτωπα του πολέμου, είχε σαν συνέπεια την πλήρη οπισθοχώρηση και ήττα των Γερμανών στο Δυτικό μέτωπο, κάτι που τους ανάγκασε να ζητήσουν ανακωχή.  

Εν τω μεταξύ, το ίδιο έτος (1917), το οποίο η Γερμανία σχεδίασε και έφερε σε πέρας το σχέδιο της για το πραξικόπημα στην Ρωσία (την λεγόμενη Οκτωβριανή Επανάσταση), η Αγγλία φοβούμενη την έξοδο της Ρωσίας απ' τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (λόγω της Φεβρουαριανής και Οκτωβριανής Επανάστασης), πράγμα που θα καταργούσε το Ανατολικό Μέτωπο για την Γερμανία, προσπάθησε σε αντιστάθμισμα να σύρει την Ιταλία σ' αυτόν (σαν συμμάχου της) ανοίγοντας ένα άλλο μέτωπο στον Νότο για τους Γερμανούς και τους συμμάχους της Αυστριακούς. 
Όπως αποκάλυψε τον Οκτώβρη του 2009, η εφημερίδα «Observer», από στοιχεία των μυστικών υπηρεσιών που αποχαρακτηρίστηκαν, ο Μουσολίνι (ο οποίος είχε μεγάλη επιρροή στο κόμμα και είχε ανεβάσει την κυκλοφορία του από 30.000 σε 200.000 φύλλα) υπήρξε απ' το 1917 πράκτορας της Αγγλικής Μυστικής Υπηρεσίας ΜΙ6. 
Το σοσιαλιστικό κόμμα στο οποίο ανήκε ο Μουσολίνι ήταν εναντίον του πολέμου, αλλά ο Μουσολίνι διέθετε ειδικές ομάδες κρούσης για την προστασία των απεργών στις διαδηλώσεις, που από τότε είχε ονομάσει «φάσκιες» και τα μέλη τους «φασίστες» (ένα τμήμα των συνδικαλιστών του κόμματος που υποστήριζε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο διαμόρφωσε μια ομάδα αποκαλούμενη Fasci d'azione rivoluzionaria internazionalista-Πυρήνες επαναστατικής διεθνιστικής δράσης).
'Έναντι αμοιβής που, κατά την εφημερίδα, ανερχόταν μόνον σε 400 σημερινά ευρώ το μήνα, ο Μουσολίνι, που όντως ζούσε πολύ φτωχά, δέχτηκε ν' αλλάξει τοποθέτηση και να υποστηρίξει τον πόλεμο χρησιμοποιώντας τους «φασίστες» για τον αντίθετο λόγο από τον οποίο τους είχε οργανώσει.

Η εμμονή του Μουσολίνι στην υποστήριξη του επεμβατισμού και η πληροφορία ότι η εφημερίδα του χρηματοδοτείται από τους Γάλλους, οι οποίοι επιθυμούσαν την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, και από βιομηχάνους, που ήθελαν να αποδυναμώσουν το σοσιαλιστικό κόμμα, έχει ως αποτέλεσμα την αποπομπή του από τη θέση του αρχισυντάκτη της Avanti. 

Υπέρ του πολέμου είχαν ήδη ταχθεί και όλα τα αντίπαλα κόμματα, μαζί και το ιταλικό βιομηχανικό λόμπι. Πραγματικά η Αγγλία κατάφερε να φέρει, έναντι ανταλλαγμάτων προς την Ιταλία (εδάφη) και με τον χρηματισμό πολλών ηγετικών προσώπων της χώρας (Μουσολίνι και λοιποί ηγέτες των κομμάτων),  αυτή την χώρα στο πλευρό της.
O Μπενίτο Μουσολίνι έγραφε επί χρήμασι άρθρα στην νέα εφημερίδα που ίδρυσε τον Νοέμβριο του 1914 με την υποστήριξη της μετέπειτα ερωμένης του, Μαργαρίτας Σαρφάττι (Margherita Sarfatti), την Il popolo d' Italia (Ο λαός της Ιταλίας), στην οποία ήταν διευθυντής υπέρ της εισόδου της Ιταλίας στο πλευρό των συμμάχων. 
Τελικά, η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο τον Μάιο του 1915 και τον Σεπτέμβριο ο Μουσολίνι, ο οποίος  πήγε ως εθελοντής στον πόλεμο, επιστρατεύεται. Κέρδισε τον βαθμό του δεκαεννέα,  αλλά τραυματίζεται από θραύσματα χειροβομβίδας το 1917, αποστρατεύεται και επιστρέφει στο Μιλάνο όπου συνεχίζει την έκδοση της εφημερίδας του. Το 1919 ιδρύει το Φασιστικό κόμμα και το 1922.


Η ομάδα του, κατά τη διάρκεια του μεγάλου απεργιακού κύματος του 1920 – 1921, δρα εναντίον των εργατών, οργανώνοντας εκστρατείες τιμωρίας και έτσι κερδίζει τη συμπάθεια και τη στήριξη των βιομηχάνων. Το 1921 συμμετέχει στις εκλογές, κερδίζει 37 βουλευτικές έδρες και μετονομάζει το κόμμα του σε Partito Nazionale Fascista PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα). 
Η πολιτική θεώρηση του Μουσολίνι στηριζόταν στην υποτιθέμενη υπέρβαση των κατεστημένων πολιτικών οριοθετήσεων, της αριστεράς, της δεξιάς και του κέντρου, θέτοντας τον φασισμό πέρα και πάνω από αυτές. Επαγγελλόταν ριζοσπαστικές αλλαγές, χωρίς όμως ποτέ να παρουσιάζει επίσημο πρόγραμμα και τρόπους εφαρμογής τους. 
Γενικότερα, η πρακτική του είχε να κάνει με έντονο θεατρινισμό, οξεία ρητορεία, και τάσεις υπερβολής και εντυπωσιασμού. Η είσοδός του στο ιταλικό κοινοβούλιο σήμανε την αρχή του τέλους για τον εύθραυστο ιταλικό κοινοβουλευτισμό. Σε μία επιδεικτική κίνηση υπέρβασης των πολιτικών ορίων, παρέταξε τους βουλευτές του τοξοειδώς στα τελευταία έδρανα. 
Οι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων, που είχε οργανώσει, δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα. Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνο και της Ανκόνα και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις.

Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζεται εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Τζοβάννι Τζιολίτι (Giovanni Giolitti), Ιβανόε Μπονόμι (Ivanoe Bonomi) και Λουίτζι Φάκτα (Luigi Facta) αδυνατούν να ανακόψουν την πορεία προς την αναρχία και την εκτροπή. 
Στις 28 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι οργανώνει την Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma) και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες, (αριθμός που σήμερα αμφισβητείται) μέλη των Φασιστικών Φαλάγγων, εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού. Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμαται πάνω από τη χώρα, παραδίδει την εξουσία στον Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό. 

Αρχικά στο κοινοβούλιο υποστηρίχθηκε από τους φιλελεύθερους. Με τη βοήθειά τους εισήγαγε διατάξεις λογοκρισίας και τροποποίησε το εκλογικό σύστημα έτσι ώστε το 1925 ήταν σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα. Συνακόλουθα, διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε, από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων, τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής. 
Ο κρατικός μηχανισμός, ευρισκόμενος πλέον πλήρως στα χέρια του, χρησίμευε ως μέσο προπαγάνδας και ανάσχεσης κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής. Η δολοφονία, το 1924, από φασίστες, του σοσιαλιστή βουλευτή Τζιάκομο Ματτεότι (Giacomo Matteotti), που επιχείρησε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι, υπήρξε η αρχή μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης στην Ιταλία, που οδήγησε, στις αρχές του 1925, στην εγκαθίδρυση υπό τον Μουσολίνι προσωποπαγούς ολοκληρωτικής δικτατορίας.
Η στάση του Μουσολίνι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξηγεί για πολλούς αρκετά την μεταπολεμική μεταστροφή του, όπως και τα ευμενέστατα σχόλια του Τσώρτσιλ γι' αυτόν στην δεκαετία του 1920, όσο και την αμείλικτη καταδίωξη που υπέστη από τους σοσιαλιστές άλλοτε συντρόφους του, οι οποίοι τον αποκάλεσαν επικίνδυνο και αναξιόπιστο άτομο. Δεν αναφέρεται το πότε έπαψε να είναι μέλος της ΜΙ6 αλλά οι υποψίες για το χαμένο ημερολόγιό του κατά τη φυγή του στο τέλος του 2ου ΠΠ όπως και οι φήμες για τις συνθήκες της δολοφονίας του ενισχύθηκαν.
 Κατά την φυγή προ της Συμμαχικής προέλασης, ο Μουσολίνι κράτησε μαζί του σαν μόνο πολύτιμο αντικείμενο το ημερολόγιό του, με το οποίο ήλπιζε να διαπραγματευθεί τη ζωή του. Λέγεται ότι δεν υπήρχε λόγος να εκτελέσουν και την ερωμένη του Κλάρα Πετάτσι αν δεν είχε κι εκείνη ακούσει απ' τον ίδιο την ιστορία για το ημερολόγιο εκείνο.

Σε ειδική έρευνα Ιταλού ιστορικού εμφανίστηκε ένας 86χρονος σήμερα εργάτης, μέλος τότε της ομάδας των Ιταλών αντιστασιακών που τον είχαν συλλάβει, ο οποίος δήλωσε ότι στη συνέχεια τον παρέδωσαν σε ομάδα πρακτόρων των Συμμάχων, οι οποίοι τους τον παρέδωσαν την επόμενη νεκρό.

Η εγγονή του Μουσολίνι και νυν πολιτικός στην ιταλική βουλή Αλεσσάντρα, εξεδήλωσε μεγάλο ενδιαφέρον για την περαιτέρω εμβάθυνση της έρευνας υποστηρίζοντας ότι αντίγραφα του ημερολογίου υπάρχουν ακόμα και σήμερα, αν και δεν κυκλοφορούν ελεύθερα, που αποδεικνύουν ότι ο παππούς της όντως συνεργάστηκε με τους Άγγλους για να εξασφαλίσει την ειρήνη, και ότι διαπραγματεύθηκε την αποχώρησή του απ' τον Άξονα, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι οι Άγγλοι τον εξαπατούσαν.

Ακόμα και για τον Στάλιν λεγόταν πως ήταν πράκτορας της τσαρικής υπηρεσίας Οχράνα και κατασκόπευε παράλληλα τους κομμουνιστές, και για αυτό τον λόγο μπορούσε να δραπετεύει πάντα από τις εξορίες του στην Σιβηρία (με την βοήθεια της Οχράνα).

Ο ίδιος άρχισε την επαναστατική του καριέρα, ληστεύοντας τράπεζες (και τρένα και δολοφονώντας τους φύλακες τους) στον Καύκασο για να χρηματοδοτεί το Κόμμα, κάτι που αποδεικνύουν σήμερα τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της εποχής.
Πιο αναλυτικά η προφανής ευκολία του Στάλιν στην διαφυγή από την τσαρικές διώξεις και οι πολύ ελαφριές ποινές οδήγησαν σε φήμες ότι ήταν πράκτορας Okhranka. Οι προσπάθειές του το 1909 για να «ξερίζωση προδοτών» προκάλεσε πολλές διαμάχες στο εσωτερικό του κόμματος. 

Κάποιοι τον κατηγόρησαν για να γίνει αυτό σκόπιμα για τις διαταγές του Okhranka. Ο μενσεβίκος Razhden Arsenidze κατηγόρησε τον Στάλιν ότι πρόδωσε τους συντρόφους του, που δεν άρεσαν στον Okhranka. Ο διακεκριμένος Μπολσεβίκος Stepan Shahumyan κατηγόρησε ευθέως τον Στάλιν ότι είναι ένας πράκτορας της Οχράνα από το 1916.
Σύμφωνα με την προσωπική του γραμματέας Όλγα Shatunovskaya, με αυτές οι απόψεις  συμφωνούσαν και ο Stanislav Kosior, ο  Iona Yakir και άλλοι εξέχοντες μπολσεβίκοι. Οι φήμες ενισχύθηκαν με το να δημοσιευθεί στην τα απομνημονεύματα του Domenty Vadachkory, ο οποίος έγραψε ότι ο Στάλιν χρησιμοποίησε ένα σήμα της Okhranka (δήθεν κλεμμένο) στην Σοβιετική Ένωση για να τον βοηθήσει να ξεφύγει από την εξορία.

Φαίνεται επίσης ύποπτο ότι ο Στάλιν μείωσε τον αριθμό των αποδράσεων του από τις φυλακές και εξορίες. Ακόμα δεν υπήρχε αδιάσειστα στοιχεία της συνεργασίας του Στάλιν με τον Okhranka και οι λίγες υποτιθέμενες εκθέσεις του Στάλιν στην Okhranka που δημοσιεύονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης φαίνεται να είναι πλαστές.

Ο ιστορικός Simon Sebag Montefiore υποστήριξε ότι σε όλα τα σωζόμενα έγγραφα της Okhranka ο Στάλιν περιγράφεται ως επαναστάτης και ποτέ ως κατάσκοπος. Κατά την γνώμη του Montefiore, ο Στάλιν δραπέτευε από τις εξορίες του, τόσο συχνά, επειδή το σύστημα εξορίας δεν ήταν ασφαλές: οι εξόριστοι χρειάζονταν μόνο χρήματα και πλαστά έγγραφα για να ξεφύγουν από τον χώρο, όπου εγκαταστάθηκαν, και χιλιάδες το έκαναν. Ο Στάλιν είχε επίσης της δικούς του κατασκόπους στην Okhranka, που τον προειδοποιούσαν για τις πράξεις της. 
Το 1967 βιογραφία του Στάλιν , ο Edward Ellis Smith υποστήριξε ότι ο Στάλιν ήταν ένας πράκτορας Okhranka, αναφέροντας την ύποπτη ικανότητά του να ξεφύγει από τους πράκτορες της, να ταξιδεύει ανεμπόδιστα, και να έχει πλήρη απασχόληση και εισοδήματα, χωρίς κάποια εμφανή πηγή εισοδήματος. 

Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η επιδρομή που σημειώθηκε την νύχτα της 3ης Απριλίου του 1901 στην Τιφλίδα, όταν σχεδόν όλα τα εξέχοντα στελέχη του  Σοσιαλιστικού-δημοκρατικού κινήματος της πόλης συνελήφθησαν, εκτός από τον Στάλιν, ο οποίος προφανώς «απολαμβάνοντας τον γαλήνιο αέρα της άνοιξης», σε μία από τις πιο ακραίες επαναστατικές δηλώσεις του, που είναι πάρα πολύ αδύνατη για να ληφθεί σοβαρά υπόψη.   

Ο Montefiore, ωστόσο, έγραψε ότι ο Στάλιν εντόπισε τους πράκτορες της Okhranka να τον περιμένουν έξω από τον τόπο εργασίας του, ενώ αυτός ήταν μέσα στο τραμ,  και έμεινε σε αυτό και αμέσως μετά  πήγε να κρυφτεί.
Η αρχή της παντοδυναμίας του Στάλιν ήταν ο διορισμός του στην θέση του γενικού γραμματέα (ο κάτοχος αυτής της θέσης μπορούσε να διορίζει και να παύει στελέχη στις καίριες κρατικές θέσεις κατά βούληση και να προάγει έμπιστους του ή διώχνει αντιπάλους του).

Συγκεκριμένα στην διάσκεψη του Κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ, το 1922,όταν ο Λένιν  πρότεινε την δημιουργία της θέσης γενικού γραμματέα,  επιλογή του για την θέση ήταν ο Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος στο παρελθόν είχε υποστηρίξει τις πολιτικές του. 

Οι κύριοι αντίπαλοι του Στάλιν για τη μελλοντική ηγεσία του κόμματος απέτυχαν να δουν τη σημασία αυτής της θέσης και υποστήριξαν το διορισμό του. Είδαν αρχικά τη θέση του γενικού γραμματέα ως «φερέφωνο του Λένιν».
Αμέσως μετά το διορισμό του Στάλιν ως γενικού γραμματέα, ο Λένιν εισήχθη στο νοσοκομείο προκειμένου να αφαιρέσει μια σφαίρα από την απόπειρα δολοφονίας της Φ. Καπλάν. Αναμενόταν ότι αυτή η επέμβαση θα αποκαθιστούσε την υγεία του. Αυτό δεν επρόκειτο να γίνει.

Ένα αιμοφόρο αγγείο έσπασε στον εγκέφαλο του Λένιν, τον άφησε παράλυτο στη δεξιά πλευρά του και για έναν χρόνο ήταν ανίκανος να μιλήσει. Σαν «φερέφωνο του Λένιν», ο Ιωσήφ Στάλιν είχε γίνει ξαφνικά εξαιρετικά σημαντικός.
 
Ενόσω ο Λένιν ήταν καθηλωμένος, ο Στάλιν αξιοποίησε πλήρως τις δυνάμεις του ως γενικός γραμματέας. Στο συνέδριο του κόμματος έλαβε την άδεια να αποβάλει τα «ανεπαρκή» κομματικά μέλη. Αυτό ο Στάλιν το εκμεταλλεύτηκε για να απομακρύνει χιλιάδες υποστηρικτές του Λέοντα Τρότσκι, βασικού ανταγωνιστή του για την ηγεσία του κόμματος. 

Σαν γενικός γραμματέας, ο Στάλιν είχε επίσης τη δύναμη να διορίζει και να παύει ανθρώπους από σημαντικές κυβερνητικές θέσεις. Οι νέοι κάτοχοι αυτών των θέσεων γνώριζαν καλά ότι όφειλαν την προώθησή τους στο Στάλιν. Επίσης ήξεραν ότι εάν η συμπεριφορά τους δεν τον ευχαριστούσε θα αντικαθίσταντο.
Περικυκλωμένος από τους υποστηρικτές του, η αυτοπεποίθηση του Στάλιν άρχισε να αυξάνεται. Τον Οκτώβριο του 1922, διαφώνησε με το Λένιν σχετικά με το ζήτημα του εξωτερικού εμπορίου. Όταν το θέμα συζητήθηκε στην κεντρική Επιτροπή επικράτησε η άποψη του Στάλιν. 

Ο Λένιν άρχισε να φοβάται ότι ο Στάλιν ανελάμβανε την ηγεσία του Κόμματος. Τότε έγραψε στο Λέοντα Τρότσκι και ζήτησε τη στήριξή του. Ο Τρότσκι συμφώνησε και στην επόμενη συνεδρίαση της κεντρικής Επιτροπής η απόφαση σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο ανατράπηκε. 

Ο Λένιν, που ήταν πολύ άρρωστος για να παρευρεθεί, έγραψε στον Τρότσκι για να τον συγχαρεί για την επιτυχία του και να του προτείνει στο μέλλον να λειτουργήσουν μαζί ενάντια στο Στάλιν.

Ο Ιωσήφ Στάλιν, του οποίου η σύζυγος Ναντέζντα Αλλιλούγιεβα δούλευε στο ιδιαίτερο γραφείο του Λένιν, ανακάλυψε σύντομα το περιεχόμενο της επιστολής που εστάλη στον Τρότσκι. Ο Στάλιν εξαγριώθηκε δεδομένου ότι συνειδητοποίησε ότι εάν Λένιν και Τρότσκι λειτουργούσαν μαζί εναντίον του, η πολιτική σταδιοδρομία του θα τερματιζόταν. 

Σε ένα ξέσπασμα θυμού ο Στάλιν τηλεφώνησε στη σύζυγο του Λένιν, Ναντέζντα Κρούπσκαγια, και την κατηγόρησε ότι θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του Λένιν επιτρέποντάς του να γράφει επιστολές ενώ ήταν τόσο άρρωστος.
Όταν η Κρούπσκαγια πληροφόρησε το σύζυγο της για αυτή την τηλεφωνική συνομιλία, ο Λένιν έλαβε την απόφαση ότι ο Στάλιν δεν ήταν το κατάλληλο άτομο για να τον αντικαταστήσει ως ηγέτης του Κόμματος. 

Ο Λένιν ήξερε ότι πλησίαζε στο τέλος, έτσι υπαγόρευσε στο γραμματέα του μια επιστολή που θέλησε να χαρακτηριστεί ως διαθήκη του. Το έγγραφο περιελάμβανε τις σκέψεις του και απευθύνονταν στα ανώτερα μέλη της ηγεσίας του Κ.Κ.Σ.Ε.


Ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αυξανόμενη δύναμη του Στάλιν: «Ο σύντροφος Στάλιν, που έχει γίνει γενικός γραμματέας, έχει συγκεντρώσει τεράστια δύναμη στα χέρια του: και δεν είμαι βέβαιος ότι ξέρει πάντα πώς να χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη με ικανοποιητική φρόνηση. 

Επομένως προτείνω στους συντρόφους μας να εξετάσουν την πρόταση να απομακρύνουν το Στάλιν από αυτήν τη θέση αντικαθιστώντας τον με κάποιον άλλο που να διαφέρει από το Στάλιν από μια βαρύνουσα άποψη: όντας πιο ανεκτικός, πιστότερος, πιο ευγενικός, πιο διακριτικός απέναντι των συντρόφων του».
Τρεις ημέρες αφότου υπαγόρευσε τη διαθήκη του ο Λένιν είχε ένα τρίτο εγκεφαλικό επεισόδιο. Δεν ήταν πλέον ικανός να μιλήσει ή να γράψει αν και έζησε για άλλους δέκα μήνες, έπαψε να υφίσταται ως δύναμη εντός της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Λένιν πέθανε στις 21 Ιανουαρίου, 1924 στην Γκόρκι (ο συνοικισμός κοντά στη Μόσχα). Φήμες ότι ο Λένιν έπασχε από σύφιλη αναπήδησαν αμέσως μετά από το θάνατό του. Η επίσημη αιτία θανάτου που δόθηκε ήταν εγκεφαλική αρτηριοσκλήρωση, ή εγκεφαλικό επεισόδιο (το τέταρτό του), αλλά από τους 27 παθολόγους που τον εξέταζαν, μόνο οκτώ υπέγραψαν το συμπέρασμα στην έκθεση αυτοψίας του. 

Επομένως, έχουν υποβληθεί διάφορες θεωρίες σχετικά με το θάνατό του. Παραδείγματος χάριν, μια μεταθανάτια διάγνωση από δύο ψυχιάτρους και έναν νευρολόγο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ευρωπαϊκό περιοδικό νευρολογίας, υποστήριξε ότι ο Λένιν πέθανε από τη σύφιλη.
Έγγραφα που δημοσιεύτηκαν μετά την πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ., μαζί με τα απομνημονεύματα των παθολόγων του Λένιν, υποδεικνύουν ότι ο Λένιν θεραπεύθηκε από τη σύφιλη το 1895. Άλλα έγγραφα επίσης αναφέρουν ότι ο Αλεξέι Αμπρικόσοφ, ο παθολόγος υπεύθυνος για την αυτοψία, διατάχτηκε να επιβεβαιώσει ότι ο Λένιν δεν πέθανε από σύφιλη. 

Ο Αμπρικόσοφ δεν ανέφερε τη σύφιλη στην αυτοψία, εντούτοις η καταστροφή αιμοφόρων αγγείων, η παράλυση και άλλες παρενέργειες που ανέφερε είναι χαρακτηριστικές της σύφιλης. Σε μια δεύτερη εκδοχή της έκθεσης αυτοψίας, κανένα από τα όργανα, σημαντικές αρτηρίες ή περιοχές του εγκεφάλου που επηρεάζονται συνήθως από τη σύφιλη δεν αναφέρθηκαν.
  

Το 1923, οι γιατροί του Λένιν του χορήγησαν «Σαλβαρσάν», το μόνο φάρμακο που χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο για την θεραπεία της σύφιλης, καθώς και ιωδιούχο κάλιο το οποίο ήταν επίσης σύνηθες στη θεραπεία της ασθένειας (κάποιοι υποθέτουν, αλλά χωρίς στοιχεία ότι ο Στάλιν «ξέκανε» τον ενοχλητικό Λένιν με την χορήγηση υπερβολικής δόσης του φαρμάκου αυτού).
Η σύφιλη βέβαια ήταν μια συνηθισμένη ασθένεια στη Ρωσία εκείνη την εποχή. Επίσης δεν είχε κανένα ορατό τραύμα στο σώμα του που συνοδεύει τα τελευταία στάδια της ασθένειας. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι η πλέον πιθανή αιτία του θανάτου του ήταν το τραύμα που προκλήθηκε από τη σφαίρα που υπήρχε ακόμα στο λαιμό του μετά την απόπειρα δολοφονίας.
Φαίνεται καθαρά από όλα τα παραπάνω πως όλοι οι μεγάλοι πραξικοπηματίες (ιδίως ο Λένιν και ο Μουσολίνι που βάφτισαν τα πραξικοπήματα τους επαναστάσεις) ήταν κάποτε πράκτορες ξένων χωρών (και άρα προδότες της χώρας τους παρόλο που οι ίδιοι δήλωναν πως δρουν για το εθνικό συμφέρον), και με τις πράξεις τους (και τις οδηγίες που έλαβαν από τις μυστικές υπηρεσίες των άνωθεν χωρών) οδήγησαν σταδιακά τόσο τους ίδιους, όσο τις χώρες και όσους τους ακλούθησαν στον όλεθρο, συμπαρασύροντας την Ευρώπη και όλο τον κόσμο μαζί τους σε ένα λουτρό αίματος, που άφησε στο τέλος χιλιάδες ερείπια και άπειρους αριθμούς ολοκαυτωμάτων και πτωμάτων.