Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΣΕΧΟΣΛΑΒΑΚΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΩΣ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Η ΤΩΡΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΑΥΤΕΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΣΕΧΟΣΛΑΒΑΚΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΩΣ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Η ΤΩΡΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΑΥΤΕΣ

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ
Ως γνωστόν, η ιστορία των κρατών της Τσεχίας και της Σλοβακίας, ξεκίνησε τον έκτο μετά Χριστόν αιώνα, με την μαζική εισβολή και εγκατάσταση στην περιοχή που καταλαμβάνουν αυτά τα κράτη σήμερα συμπαγών σλαβικών φυλών.  
Τα σλαβικά αυτά φύλα, σύντομα υπήχθησαν υπό τον σκληρό Αβαρικό έλεγχο, γενόμενοι υποτελείς του χάνου των Αβάρων, και υποχρεώθηκαν από αυτόν, να του καταλαμβάνουν τόσο ένα μεγάλο φόρο υποτέλειας σε χρήματα, όσο και να τον ακολουθούν στις μάχες ως σύμμαχοι και στρατιώτες του.
Όμως, μετά την ραγδαία αποδυνάμωση του κράτους των Αβάρων (λόγω της συντριβής τους από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ηράκλειο αρχικά, αλλά και τον Καρλομάγνο στην συνέχεια), οι Σλάβοι αυτών των περιοχών, σύντομα επαναστάτησαν και κέρδισαν ξανά την ανεξαρτησία τους.
Έτσι, στην συνέχεια, ως ηγεμονεύουσα δυναστεία στην περιοχή της Βοημίας (σημερινή Τσεχία), αναδείχθηκε αυτή των Πρεμυσλιδών, η οποία και κυριάρχησε σε αυτή μέχρι και το 1306 μ.Χ.
Την ίδια περίοδο, παράλληλα και με τον ολοκλήρωση του εκχριστιανισμό της, η Βοημία ανέπτυξε στενές σχέσεις με το ανατολικό βασίλειο των Φράγκων, η οποία μετέπειτα αποτέλεσε τον πυρήνα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Όμως, στα μέσα του 13ου αιώνα μ.Χ., άρχισε πυκνή μετακίνηση γερμανικών πληθυσμών στην περιοχή της Βοημίας, κυρίως ως προσφύγων, κυρίως εξαιτίας της εισβολής των Μογγόλων το 1241 στην Γερμανία. Οι δε Γερμανικοί αυτοί πληθυσμοί, εγκαταστάθηκαν περιμετρικά (αλλά συνάμα και εντός κάποιων περιοχών της Βοημίας), ως έποικοι.
Στην συνέχεια, και συγκεκριμένα το έτος 1310, η δυναστεία των Λουξεμβούργων ανήλθε στην εξουσία στην  Βοημία, αλλά η περιοχή αυτή, μετά από την μικρή χρονική ηγεμονία των Λουξεμβούργων, πέρασε στον έλεγχο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Αυστριακών Αψβούργων.
Το δε έτος 1415 μ.Χ., ο Βοημός θεολόγος Γιαν Χους, ο οποίος είχε προσέλθει στην σύνοδο της Κωνσταντίας, για να παρουσιάσει τις απόψεις του, ενώ είχε την εγγύηση του Αυτοκράτορα Σιγισμούνδου, ότι δεν θα κινδυνεύσει η ζωή του, εκτελέστηκε παρόλα αυτά μετά από διαταγή του.

 Η εκτέλεσή του αυτή, μαζί και με την Σταυροφορία που κήρυξε ο πάπας κατά των αιρετικών στην περιοχή, όπως θεωρήθηκαν οι Χουσίτες, εξόργισαν τους Βοημούς, οι οποίοι και εξεγέρθηκαν κατά της εξουσίας  του πάπα και του Αυτοκράτορα, ξεκινώντας με τον τρόπο αυτό τους «Χουσιτικούς Πολέμους, οι οποίοι διήρκησαν από το 1419 έως και το 1436 μ.Χ.
Στους πολέμους αυτούς, οι επαναστατημένοι Βοημοί (Τσέχοι), νίκησαν πολλές φορές τα αυτοκρατορικά στρατεύματα υπό την διοίκηση του ικανότατου, αγριότατου και συνάμα φανατικού χουσίτη στρατηγού, Γιαν Ζίζκα.
Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, αναγκάστηκε τελικά να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Βοημίας, αλλά στο τέλος προέκυψε εμφύλιος μεταξύ των φανατικών και μετριοπαθών-συντηρητικών Χουσιτών, λόγω  ιδεολογικών διαφορών.
Τελικά, το έτος 1434 μ.Χ., ο στρατός των  φανατικών Χουσιτών ηττήθηκε κατά κράτος στην μάχη του Λίπανι από τους συντηρητικούς Χουσίτες (ο Γιαν Ζίζκα είχε πεθάνει αρκετά έτη νωρίτερα), ενώ το 1452 καταλήφθηκε και η πρωτεύουσα αυτών.
Βασιλιάς της Βοημίας, στέφθηκε ο μετριοπαθής χουσίτης Γεώργιος του Ποντιέμπραντι, ενώ εκτός του Αυτοκράτορα, ακόμα και ο πάπας αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και επέτρεψε στους Χουσίτες να πιστεύουν ότι θέλανε.
Αργότερα, η Βοημία αποτέλεσε μέρος του βασιλείου της Ουγγαρίας, όμως μετά τον θάνατο του βασιλιά Λουδοβίκου του Β' της Ουγγαρίας και της Βοημίας το 1526, τον θρόνο της Βοημίας ανέλαβε η δυναστεία των Αψβούργων και στην συνέχεια, η ιστορία της χώρας αυτής, ταυτίστηκε με αυτή της Αυτοκρατορίας της Αυστροουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας που την διαδέχτηκε στην περιοχή.
Η ιστορία των Μοραβών (Σλοβάκων), ξεκινά και αυτή τον έκτο μετά Χριστόν αιώνα, με την μαζική εισβολή και εγκατάσταση στην περιοχή που καταλαμβάνουν αυτά τα κράτη σήμερα συμπαγών σλαβικών φυλών, προερχόμενων από περιοχές ανατολικά του Βιστούλα.
Στην συνέχεια, αυτά τα φύλα ενώθηκαν και επεκτάθηκαν, δημιουργώντας με συνεχείς κατακτήσεις το έτος 833 έως και το 890 μ.Χ., την Μεγάλη Μοραβία, η οποία αποτελούταν από εδάφη της σημερινής Σλοβακίας, της Βόρειας και Δυτικής Ουγγαρίας, μέρος της σημερινής Τσεχίας, μέρος της Λουσατίας και της Σιλεσίας στην σημερινή Γερμανία, αλλά και περιοχές της λεκάνης του Βίστουλα στην σημερινή Πολωνία.
[Η δε Μοραβία, είναι γνωστή στην ιστορία της χώρας μας, από την έκκληση του βασιλιά της Ραστισλάβου προς τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ’, να του στείλει ένα «δάσκαλο» για εξηγήσει ορθά τον Χριστιανισμό στην χώρα το, αλλά και για να εισάγει νομικό σύστημα και γραφή στην Μεγάλη Μοραβία.

Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ, απέστειλε τότε σε αυτόν, τους γνωστούς σε όλους μας αδερφούς Κύριλλο και Μεθόδιο, τους φωτιστές  των Σλάβων, οι οποίοι και εισήγαγαν εισήγαγαν στην Μοραβία το σλαβονικό σύστημα γραφής (την οποία και εφηύραν οι ίδιοι), ενώ τότε, η χώρα αυτή, γνώρισε και σημαντική πολιτιστική ανάπτυξη].
Όμως, η περίοδος αυτή της ακμής του κράτους της Μοραβίας, έληξε σύντομα άδοξα λόγω της βίαιης επιδρομή των Μαγυάρων (Ούγγρων) στην χώρα αυτή, τα έτη 906-907 μ.Χ., κάτι που είχε ως τελικό αποτέλεσμα την διάλυση του κράτους της Μοραβίας.
Στην συνέχεια όμως, οι Ούγγροι εισβολείς ηττήθηκαν από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ των Αψβούργων,  ενώ το 955 η Μοραβία πέρασε υπό την εξουσία της δυναστείας των Πρεμυσλίδων.
H Μοραβία έφτασε στο μεγαλύτερο καθεστώς αυτονομίας της το 1182, όταν ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Α΄ την κατέστησε ηγεμονία, ανεξάρτητη από την Βοημία και υποκείμενη κατευθείαν στον Αυτοκράτορα, αλλά το 1197 μ.Χ., ο Βλαδισλάβος Γ΄ της Βοημίας έλυσε το πρόβλημα διαδοχής με τον αδερφό του, Ότακαρ Α΄ και αποδέχθηκε την ηγεμονία της Μοραβίας υποτελή στην Βοημία.
Από τότε και στο εξής, Μοραβία (Σλοβακία) και Βοημία (Τσεχία) είχαν κοινή ιστορία, μέχρι που πέρασαν στην εξουσία του Άλφρεντ Β΄ των Αψβούργων το 1437 μ.Χ. και στην συνέχεια, η ιστορία των χωρών αυτών, ταυτίστηκε με αυτή της Αυτοκρατορίας της Αυστροουγγαρίας.
Το δε έτος 1918, αμέσως μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, ιδρύθηκε στις περιοχές της Μοραβίας και της Βοημίας που αυτή άλλοτε εξουσίαζε, το κράτος της Τσεχοσλοβακίας.
Η Τσεχοσλοβακία, αναδείχθηκε σε κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος υπό την ηγεσία του πρώτου προέδρου της χώρας Μαζαρύκ, το οποίο και  παρείχε αρκετά εκτεταμένα δικαιώματα στις μειονότητες της, ενώ παρέμεινε η μόνη δημοκρατία στην Κεντρική Ευρώπη καθόλη την τη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Οι δε Τσέχοι και οι Σλοβάκοι στο χρονικό αυτό διάστημα, απολάμβαναν μια περίοδο ευημερίας, τόσο λόγω της ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας αυτής, όσο και λόγω της σχετικής ειρήνης που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη.
Ωστόσο, το κραχ του 1929, που είχε ως συνέπεια Μεγάλη Οικονομική Ύφεση, προκάλεσε οικονομική κρίση, όπως και βίαιες κοινωνικές (και εθνοτικές) αναταραχές στην Τσεχοσλοβακία (όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη).
Η δε άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία της Ευρώπης, και η συμμαχία του με την Ουγγαρία του δικτάτορα Χόρτυ, τελικά οδήγησαν, υστέρα από συνεχείς πιέσεις και εκβιασμούς από πλευράς της Γερμανίας, στην Συμφωνία του Μονάχου, το Σεπτέμβριο του 1938.
Βάσει δε της επονείδιστης αυτής συμφωνίας, η Γερμανία, κατέλαβε την Σουντέτενλαντ της Τσεχοσλοβακίας, μία περιοχή με γερμανόφωνη πλειοψηφία, ενώ η υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία παρέμεινε τύποις ανεξάρτητη.
Όμως, τον Νοέμβριο του 1938, η Ανατολική Σλοβακία, κατελήφθη από την Ουγγαρία, ενώ τον Μάρτιο του 1939, η εναπομείνασα Σλοβακία, αποχώρησε από την Τσεχοσλοβακία και συμμάχησε με τον Χίτλερ, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό, το πρώτο Σλοβάκικο κράτος στην σύγχρονη ιστορία, υπό την ηγεσία του φιλοχιτλερικού καθολικού αρχιεπισκόπου, Γιόζεφ Τίσο.

 Η δε Τσεχία, κατελήφθη και αυτή από τον στρατό του Χίτλερ και προσαρτήθηκε στο Τρίτο Ράιχ.
Στην διάρκεια της στυγνής ναζιστικής κατοχής της περιοχής, διαπράχτηκαν στην χώρα αυτή, άπειρες θηριωδίες και ωμότητες κατά των αμάχων και των μειονοτήτων, από τους Γερμανούς κατακτητές.
Ως συνέπεια αυτών των εγκλημάτων, ξεκίνησε μια άγρια ένοπλη εξέγερση στην περιοχή (της Τσεχίας και της Σλοβακίας), το έτος 1944, ενάντια στον ναζιστικό στρατό του Αδόλφου Χίτλερ. Οι Γερμανοί, ως αντίποινα, κατέστρεψαν εντελώς 93 χωριά και έσφαξαν χιλιάδες πολίτες.
Τελικά, τα εδάφη της Τσεχοσλοβακίας, πέρασαν υπό την κατοχή των Σοβιετικών το 1945, αμέσως μετά την νίκη αυτών έναντι των Γερμανών, που είχε ως τελική συνέπεια την εκδίωξη των Ναζί από την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Ο δωσίλογος ηγέτης της Σλοβακίας, ο Τίσο, συνελήφθη από τις συμμαχικές δυνάμεις, δικάστηκε και εκτελέστηκε το έτος 1947.
Αμέσως μετά, η Τσεχοσλοβακία επανενώθηκε και πέρασε υπό την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και στρατιωτική επιρροή της ΕΣΣΔ (κατά την Διάσκεψη του Πότσνταμ και ύστερα από την συμφωνία των ποσοστώσεων για την επιρροή των Μεγάλων δυνάμεων μεταπολεμικά στις χώρες της Ευρώπης).
Η Σοβιετική διοίκηση, η οποία και ήταν ιδιαίτερα καταπιεστική και ανηλεής στον ντόπιο πληθυσμό, επέβαλε με την βία και νόθες εκλογές το κομμουνιστικό σύστημα στην περιοχή (το 1948), ενώ όλοι οι κομμουνιστές ηγέτες της χώρας, δεν ήταν παρά μαριονέτες της ΕΣΣΔ.
Η προσπάθεια των Τσεχοσλοβάκων για ελευθερία και ανεξαρτησία από την ΕΣΣΔ, με την άνοιξη της Πράγας το 1968, καταπνίγει τάχιστα και βιαιότατα (με πολλές χιλιάδες νεκρών), ύστερα από την στρατιωτική εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας το ίδιο έτος στην χώρα τους.
Τελικά, όταν έφτασε το «πλήρωμα του χρόνου», το έτος 1989, με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ στην Ευρώπη, πραγματοποιήθηκε και στην Τσεχοσλοβακία η «βελούδινη επανάσταση», η οποία σήμανε και  το τέλος της κομμουνιστικής κυριαρχίας, ενώ πρώτος πρόεδρος της ανεξάρτητης για άλλη μία φορά Τσεχοσλοβακίας, εκλέχτηκε το 1989 ο  Βάτσλαβ Χάβελ.
Μετά δε την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, και την οριστική αποχώρηση της Τσεχοσλοβακίας από τη Σοβιετική σφαίρα επιρροής, οι Σλοβάκοι άρχισαν να διεκδικούν εντόνως την απόσχισή τους από την Τσεχοσλοβακία, η οποία και πραγματοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1993, ύστερα από κοινή συναίνεση και των δύο πλευρών και έμεινε γνωστή ως το «βελούδινο διαζύγιο».

Στην θέση της Τσεχοσλοβακίας, αναδημιουργήθηκαν, ύστερα από πολλούς αιώνες, το 1993, τα κράτη της Τσεχίας και της Σλοβακίας, αν και τα δύο αυτά κράτη παρέμειναν στενά συνδεδεμένα πολιτικά και οικονομικά.
Και οι δύο αυτές χώρες, σύντομα συνεργάστηκαν με την Ουγγαρία και την Πολωνία, δημιουργώντας την ομάδα του Βίζεγκραντ.
Η Τσεχία, έγινε μέλος του ΝΑΤΟ το 1999 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004, ενώ η Σλοβακία έγινε μέλος, τόσο του ΝΑΤΟ, όσο και της ΕΕ το 2004, ενώ το 2009, η Σλοβακία υιοθέτησε το ευρώ ως εθνικό νόμισμα (η Τσεχία, δεν έπραξε ποτέ κάτι τέτοιο).
Σε όλες τις μεταψυχροπολεμικές εκλογές και στις δύο χώρες, όλοι οι εκλεγόμενοι ηγέτες των δύο αυτών χωρών, ήταν συστηματικά Αμερικανόφιλοι, και είχαν εχθρικές σχέσεις, τόσο με την Γερμανία, όσο και με την Ρωσία, λόγω των δεινών που είχαν υποστεί οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι, εξαιτίας τους στον Μεσοπόλεμο, στον Β’ Παγκόσμιο και τον Ψυχρό Πόλεμο.
Όμως πρόσφατα, και με την «βοήθεια» της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008, η οποία προκάλεσε οικονομική κρίση, όπως και βίαιες πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές σε Τσεχία και Σλοβακία (όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη), η κατάσταση αυτή άρχισε να αλλάζει.
Αρχικά, στην Τσεχία (με την βοήθεια ίσως και της Ρωσίας), κέρδισε τις εθνικές βουλευτικές εκλογές του 2017 ο φιλορώσος επιχειρηματίας, λαϊκιστής και ευρωσκεπτικιστής, Αντρέι Μπάμπις, γνωστός και ως ο «Τραμπ ή Μπερλουσκόνι» της Τσεχίας, ο οποίος για πολλούς ήταν και πρώην πράκτορας της KGB.
Ο Μπάμπις (που είναι Τσέχικης καταγωγής), ορκίστηκε πρωθυπουργός της Τσεχίας τον Δεκέμβριο του 2017 από τον τωρινό πρόεδρο της χώρας, τον Μίλος Ζεμάν, ενώ στην διαδικασία για ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση μειοψηφίας που επιθυμεί να δημιουργήσει στην χώρα, στα μέσα Ιανουαρίου, αυτή δεν ήταν τελικά θετική για τον ίδιο.   Ως συνέπεια των γεγονότων αυτών, η κυβέρνηση του Μπάμπις παραιτήθηκε.
Από τους βουλευτές του κοινοβουλίου της χώρας αυτής, υπέρ της κυβέρνησης, ψήφισαν 78 βουλευτές του κόμματος ΑΝΟ του Μπάμπις, ενώ εναντίον οι 117 βουλευτές της αντιπολίτευσης, ενώ άλλοι πέντε απείχαν από την ψηφοφορία.
Η κυβέρνηση του Μπάμπις, θα συνεχίσει να κυβερνά, μέχρι να σχηματιστεί μία νέα. Το δε Σύνταγμα της Τσεχίας, προβλέπει μέχρι και τρεις προσπάθειες σχηματισμού νέας κυβέρνησης, με τις δύο πρώτες να διευθύνονται από τον πρόεδρο της χώρας, ενώ η Τρίτη, από τον επικεφαλής της κάτω βουλής, θέση που αυτή την στιγμή κατέχει ένα μέλος του ANO, του κόμματος του Μπάμπις (αν και αναμένεται να δοθεί στον Μπάμπις, νέα ευκαιρία-http://www.zougla.gr/kosmos/article/tsexia-o-proedros-zeman-den-8a-afisi-tin-epilogi-tou-pro8ipourgou-ston-pi8ano-diadoxo-tou, http://www.pronews.gr/kosmos/diethnis-politiki/662831_paraitithike-o-prothypoyrgos-tis-tsehias-dyo-imeres-prin-apo-ton).

Αντίστοιχα, στους δύο γύρους των προεδρικών εκλογών που έλαβαν χώρα στην Τσεχία (στις 12 Ιανουαρίου και στις 26 Ιανουαρίου του 2018), επανεξελέγη σε αυτές (http://www.zougla.gr/kosmos/article/ctk-o-aperxomenos-proedros-milos-zeman-kerdise-tis-proedrikes-ekloges, http://www.zougla.gr/kosmos/article/tsexia-o-giri-ntraxos-paradex8ike-tin-ita-tou-apo-ton-milos-zeman-1538390), ο ευρωσκεπτικιστής και αντιισλαμιστής και φιλορώσος νυν πρόεδρος της χώρας αυτής (και συνάμα σύμμαχος του Μπάμπις), ο Μίλος Ζέμαν, έστω και με δυσκολία, ο οποίος και αναμένεται (από κοινού με τον Μπάμπις), να κάνει την ζωή των (γερμανόδουλων) ηγετών της ΕΕ κόλαση.
Αυτή η εξέλιξη, συνιστά μία νίκη της Ρωσίας, ήττα της ΕΕ (αλλά και σοβαρή ήττα για ΗΠΑ-ΕΕ-Γερμανία), αλλά και μία πολιτική ενίσχυση του Μπάμπις (και για άλλη μία φορά, ο επανεκλεγμένος πρόεδρος Μίλος Ζεμάν, θα φροντίσει να γίνουν όλα μίλος).
Τέλος, στην Σλοβακία, το ακροδεξιό κόμμα «Λαϊκό κόμμα-Η Σλοβακία μας», του Μάριαν Κοτλέμπα (ο οποίος και δήλωσε πρόσφατα τον αμέριστο θαυμασμό του του για τον  «αρχιεπίσκοπο Τίσο»), έχει καταφέρει να διευρύνει την εκλογική του βάση στο 10%, έχοντας καταστεί το τρίτο σε δύναμη κόμμα στην Σλοβακία.
Ταυτόχρονα, προωθεί επιθετική εκστρατεία υπέρ ενός δημοψηφίσματος για την έξοδο της Σλοβακίας από την ΕΕ (Για πολλούς, ο φιλορώσος Κοτλέμπα, έχει και αυτός, την πλήρη πολιτική και οικονομική στήριξη της Μόσχας, όπως ακριβώς και ο Μπάμπις στην Τσεχία).
 Βλέπουμε λοιπόν, ότι υπάρχει για άλλη μία φορά, μία τάση ανόδου ακραίων πολιτικών κομμάτων στις δυο αυτές χώρες, ίσως τις οδηγήσει για άλλη μία φορά στην αυταρχισμό, όπως στον Μεσοπόλεμο.
Και ίσως μελλοντικά, τα δυο αυτά κράτη, με την παρότρυνση πολλών «καλοθελητών» (π.χ. Πούτιν ή Τραμπ), αποφασίσουν, όπως στον Μεσοπόλεμο, να εγκαταλείψουν τον «Ευρωπαϊκό (και δήθεν) Δημοκρατικό Άξονα του Βερολίνου» και να ενταχθούν σε κάποιον άλλο (π.χ. Ρωσικό ή Αμερικανικό).
Αυτό, είναι κάτι, το οποίο θα μπορούσε να γίνει παράδειγμα για άλλες χώρες της ΕΕ (ή του Βίζενγκρατντ, με τις οποίες συνεργάζονται οι Τσέχοι και Σλοβάκοι όντας μέλη της ομάδας αυτής), οι οποίες, θα μπορούσαν να πράξουν ακριβώς το ίδιο, επιταχύνοντας με τον τρόπο αυτό την διάλυση της γερμανοκρατούμενης ΕΕ.
Θα είναι άραγε αυτή μια εικόνα από το ευρωπαϊκό μέλλον; Άγνωστό, αλλά το μόνο βέβαιο είναι, ότι η στυγνή καταπίεση οδηγεί πάντα νομοτελειακά τους καταπιεσμένους στην εξέγερση, κάτι που είναι πάντα η άμεση συνέπεια παρομοίων ιστορικά σκληρών συμπεριφορών από τα ισχυρά κράτη προς πιο ανίσχυρα, που οδηγούν αντίστοιχα τους λαούς σε παρόμοιες ιστορικά αντιδράσεις.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου