Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΥΤΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΦΕΡΕΙ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΥΤΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΦΕΡΕΙ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ
Ως γνωστόν, όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα το 146 π.Χ., μετά από σκληρούς αγώνες και πολύ αιματοχυσία. την υποδούλωσαν, όπως ακριβώς έπραξαν στην συνέχεια και με τα υπόλοιπα Ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής.
Όμως, οι Έλληνες, συνέχισαν την πολιτισμική και εθνική τους ύπαρξη (και σημασία) σε όλη την διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας, μέσω του θεσμού των γυμνασίων, τα οποία ήταν περιοχές, στις οποίες όλοι οι Έλληνες (και μόνο αυτοί) συναντιόντουσαν, γυμνάζονταν, διδάσκονταν όλα τα μαθήματα και συζητούσαν, διατηρώντας την μοναδική εθνική τους συνείδηση και αυτογνωσία.
Ουσιαστικά, τα γυμνάσια, ήταν κάτι σαν ένας συνδυασμός, γυμναστήριων, ανώτατων πανεπιστημιακών σχολών και καφετεριών σήμερα, στις οποίες οι Αρχαίοι Έλληνες, ασκούσαν σχεδόν επακριβώς τις ίδιες δραστηριότητες με τους σημερινούς απογόνους τους.
Όμως, είναι γεγονός, πως οι Ρωμαίοι, παρά την τραχύτητα τους ως λαός, σύντομα εκτίμησαν το Ελληνικό πνεύμα, όπως και τις μεγάλες γνώσεις και ικανότητες των Ελλήνων σε πολλούς τομείς, και αξιοποίησαν ένα πολύ μεγάλο αριθμό τους, διορίζονταν τους σε καίριες διοικητικές θέσεις, ιδιαίτερα στις Ανατολικές Επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Και αυτό, λόγω του γεγονότος, ότι εξαιτίας των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή, σε αυτή επικρατούσε κατά μεγάλο μέρος ο Ελληνικός πολιτισμός και γλώσσα, και ένεκα τούτου, οι Ρωμαίοι, πίστευαν ότι την πολιτική και διοικητική κατάσταση στις Ανατολικές Επαρχίες, μόνο οι Έλληνες θα μπορούσαν να την χειριστούν καλύτερα.
Στην συνέχεια, οι Έλληνες άρχισαν να καταλαμβάνουν σιγά, σιγά και πολιτικοστρατιωτικά αξιώματα στην Ρωμαϊκή Ανατολή, και έφτασαν στο σημείο να «συνδιοικούν» με τους Ρωμαίους σε αυτή.
Ταυτόχρονα, η ραγδαία εξάπλωση του Ελληνικού πολιτισμού στην ίδια την Ρώμη, όπως και η ενθουσιώδης αποδοχή του από τους Ρωμαίους, κατάφερε επίσης να επιτύχει αυτό που έλεγε ο γνωστός Ρωμαίος ποιητής Οράτιος: «Η Ρώμη κατέκτησε την Ελλάδα με τα όπλα και η Ελλάδα την Ρώμη με το πνεύμα».
Άρα γίνεται εύκολα κατανοητό, πως όταν ο Ελληνικής καταγωγής Μέγας Κωνσταντίνος (από την πλευρά της μητέρας του, της Αγίας Ελένης), μετέφερε την πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους στην Ανατολή, στην παλαιά πόλη του Βυζαντίου (την οποία επανίδρυσε, επέκτεινε και εξωράισε εκτενέστατα), και η οποία από τότε έμεινε γνωστή ως Κωνσταντινούπολη, η διαδοχή από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην Ελληνική Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (αλλιώς γνωστή και ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία), επήλθε ομαλά.

Και αυτό, επειδή σε αυτήν η πλειοψηφία του πληθυσμού, του πολιτικού, στρατιωτικού και διοικητικού δυναμικού ήταν επίσης Έλληνες, ενώ ταυτόχρονα σε αυτή επικρατούσε εκτενώς ο Χριστιανισμός, ο Ελληνικός πολιτισμός, όπως και η Ελληνική γλώσσα και παιδεία.
Από τους Ρωμαίους, παρέμειναν και υιοθετήθηκαν από τους Έλληνες, ο θεσμός του Αυτοκράτορα (στον οποίο αυτού, είχαν άλλωστε συνηθίσει από τον καιρό του Μεγάλου Αλέξανδρου  και των μοναρχών των Ελληνιστικών βασιλείων που τον διαδέχτηκαν), καθώς και το Ρωμαϊκό δίκαιο.
Η δε Βυζαντινή Αυτοκρατορία, άντεξε από την ίδρυση της το 330 μ.Χ. από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ως και την πτώση της το 1453 μ.Χ. επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, χίλια εκατό πενηντατρία χρονιά, σημειώνοντας ενδιαμέσως, πολλά διαστήματα μεγάλης ακμής και παρακμής, ως και την κατάκτηση της από τους Τούρκους του Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή.
Οι Τούρκοι, υπό τον Μωάμεθ τον Β’ τον Πορθητή (όπως και οι Ρωμαίοι με τον Αυτοκράτορα Αύγουστο), όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1453 μ.Χ., μετά από σκληρούς αγώνες και πολύ αιματοχυσία και την υποδούλωσαν, αποφάσισαν και αυτοί, να αξιοποιήσουν μέρος του πρότερου Ελληνικού διοικητικού και πολιτικού προσωπικού στην Αυτοκρατορία τους.
[Όμως, οι Έλληνες, συνέχισαν την πολιτισμική και εθνική τους ύπαρξη (και σημασία) σε όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, μέσω της Εκκλησίας (και τον Εθναρχικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου), η οποία διαφύλαξε την εθνική τους μνήμη και φρόντισε για την επιβίωση τους και την παιδεία, αλλά και μέσω του θεσμού των κοινοτήτων, στις οποίες οι Έλληνες αυτοδιοικούταν και διατηρούσαν την μοναδική εθνική τους συνείδηση και αυτογνωσία].
Είναι δε γεγονός, πως αρκετοί Τούρκοι Σουλτάνοι, παρά την τραχύτητα τους ως λαός, σύντομα εκτίμησαν ότι οι μεγάλες διοικητικές γνώσεις και ικανότητες των Ελλήνων σε πολλούς τομείς θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν να διοικήσουν καλύτερα την Αυτοκρατορία τους, και αξιοποίησαν ένα πολύ μεγάλο αριθμό τους, διορίζονταν τους σε καίριες διοικητικές θέσεις, ιδιαίτερα στις Ανατολικές Επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Και αυτό, λόγω του γεγονότος, ότι εξαιτίας της πρότερης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σε αυτή επικρατούσε κατά μεγάλο μέρος ο Ελληνικός πολιτισμός και γλώσσα (ιδιαίτερα στα Βαλκάνια), και ένεκα τούτου, οι Τούρκοι, πίστευαν ότι την πολιτική και διοικητική κατάσταση στις Βαλκανικές Επαρχίες, μόνο οι Έλληνες θα μπορούσαν να την χειριστούν καλύτερα.

Για τον λόγο αυτό, οι Τούρκοι διόριζαν ως επί το πλείστον Έλληνες, για πολλούς αιώνες (αριστοκράτες πάντα, τους γνωστούς μας Φαναριώτες και όχι τον απλό λαό που τον καταβασάνιζαν), στα σημαντικότερα αξιώματα της Εξωτερικής τους πολιτικής (π.χ. Μέγας Διερμηνέας ή Δραγουμάνος του Στόλου), ακόμα και ως διοικητές επαρχιών (π.χ. Μέγας Βοεβόδας της Μολδοβλαχίας).
Οι δε Οθωμανοί Τούρκοι Σουλτάνοι, είχαν όλοι τους και Ελληνική καταγωγή, αφού πολλοί από αυτούς είχαν μάνες Ελληνίδες (τόσο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όταν Οθωμανοί Σουλτάνοι παντρεύοταν Βυζαντινές πριγκίπισσες, όσο και μετά, όταν πολλές φορές παντρεύοταν και έκαναν Σουλτάνες, σκλάβες Ελληνικής καταγωγής).
Έτσι, οι Έλληνες Φαναριώτες, άρχισαν να καταλαμβάνουν σιγά, σιγά πολύ σημαντικά πολιτικά αξιώματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και έφτασαν, (μέχρις ενός σημείου) να «συνδιοικούν» με τους Τούρκους σε αυτή.
Ταυτόχρονα, ραγδαία υπήρξε και η εξάπλωση του Ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας στα Βαλκάνια, όπως και η ενθουσιώδης αποδοχή της από τους λαούς της περιοχής, οι οποίοι και τον χρησιμοποιούσαν εκτενώς (χάρις και την πολύτιμη βοήθεια και επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου).
Τότε ήταν, που άρχισε να σχηματίζεται στα μυαλά πολλών Φαναριωτών, η ιδέα, πως θα μπορούσε να γίνει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ότι και με την Ρωμαϊκή σε σχέση με τους Έλληνες:
Δηλαδή, εάν κατάφερναν και αυτοί σταδιακά, να καταλάβουν την συντριπτική πλειοψηφία, όλων των σημαντικών πολιτικοστρατιωτικών αξιωμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τις πιο καίριες διοικητικές θέσεις (ιδιαίτερα στα Βαλκάνια), να εξαπλώσουν πλήρως τον Ελληνικό πολιτισμό στην Βαλκανική και την υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία, και να γίνουν «υπερέμπιστοι» των Σουλτάνων, θα μπορούσε, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, να επέλθει «ομαλά», όπως και με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μία «νέα διαδοχή», από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε μία «νέα Ελληνική Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» (αλλιώς «νέα Βυζαντινή Αυτοκρατορία»).
Για τον ίδιο λόγο, προσπάθησαν να θέσουν (όσο μπορούσαν) υπό τον έλεγχο τους και το εμπόριο της Αυτοκρατορίας (εκτός του να βγάλουν κέρδος οι ίδιοι), μέσω της ίδρυσης και ισχυρών οικονομικά τραπεζών σε αυτή, έτσι ώστε την «κατάλληλη στιγμή της διάδοχης», αυτού, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας της, να ελέγχουν πλήρως και την αντίστοιχη οικονομική. 

Το γεγονός δε, πως πολλοί Τούρκοι Σουλτάνοι, είχαν Ελληνική καταγωγή (και μάλιστα κάποιοι από αυτούς είχαν μάθει να γράφουν και να μιλούν την Ελληνική γλώσσα), πίστευαν πως θα βοηθούσε τα σχέδια τους, αν αυτοί κατάφερναν να τους κάνουν να ενστερνιστούν σταδιακά πλήρως τον Ελληνικό πολιτισμό και γλώσσα, και να παντρευόταν μόνο Ελληνίδες για Σουλτάνες.
Σταδιακά, πίστευαν πως θα μπορούσαν να  τους κάνουν να ασπαστούν ακόμα και την Ορθοδοξία, ενώ αν κατάφερναν να κάνουν να εισέλθουν και στα σημαντικότερα στρατιωτικά αξιώματα (αλλά και στην πλειοψηφία του Οθωμανικού στρατού), Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες, τότε στην φάση της διάδοχης, κάνεις δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στο σχέδιο τους.
Εννοείται φυσικά, πως αν τα κατάφερναν, σχεδίαζαν να διατηρήσουν πλήρως, την οικονομική και πολιτική επιρροή που κατείχαν, και εάν μπορούσαν να την επεκτείνουν ακόμα περισσότερο.
Ήθελαν επομένως, έναν ενιαίο οικονομικό και πολιτικό χώρο, υπό την ηγεσία τους, τον οποίο θα μπορούσαν να διοικούν οι ίδιοι και να τον εκμεταλλεύονται προς ιδίων (κατά βάση) όφελος, ενώ πίστευαν πως σταδιακά, αυτή η νέα κατάσταση, θα ήταν ωφέλιμη για όλους τους Έλληνες.
Για τον λόγο αυτό, κάποιοι από αυτούς, αντιτάχτηκαν πολλές φορές στις επαναστάσεις, που θα επέφεραν τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (γιατί αυτός θα κατέστρεφε το σχέδιο τους για κληρονομιά όλης της εδαφικής επικράτειας της Αυτοκρατορίας από τους Έλληνες), ενώ άλλοι τις υποστήριξαν ολόθερμα, βοηθώντας ακόμα και τον απλό λαό και δίνοντας πολλές φορές και την ζωή τους για την Ελευθέρια της Ελλάδας.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προσπαθούσε να ισορροπήσει σε πολλές βάρκες (http://www.oodegr.com/oode/istoria/o8wmanoi/sklav_ekkl1.htm).
Ο Πατριάρχης, ως Εθνάρχης, ήταν ο πολίτικος εκπρόσωπος και υπεύθυνος για όλους τους Ορθοδόξους λαούς της Αυτοκρατορίας (που ονομαζόταν Ρωμιοί), και αν αυτού εξεγειρόταν, τότε θεωρούταν ο ίδιος, ως ηγέτης τους (όπως και το Πατριαρχείο), υπεύθυνος για τις επαναστάσεις αυτές.
Φυσικά, ο εκάστοτε Πατριάρχης, γνώριζε εξαρχής όλες τις επαναστάσεις που έκαναν οι Έλληνες κατά των Τούρκων και τις υποστήριζε (αφανώς πάντα), όμως από την άλλη, δεν μπορούσε να εκδηλωθεί φανερά υπέρ τους.
Κάτι τέτοιο, θα έδινε δικαίωμα στον Σουλτάνο να εκδώσει διαταγή Ιερού Πολέμου κατά των Ελλήνων, και σε περίπτωση αποτυχίας της Επανάστασης, να τους σφάξει πλήρως ή και να τους μεταφέρει βίαια όλους εκτός Ελλάδος, ανακαλώντας δια παντός, όλα τα προνομία τους, όπως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οπότε, δεν θα υπήρχε σε καμμία περίπτωση μετά ευκαιρία, για μια νέα προσπάθεια Επανάστασης.
Αρά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, βλέποντας κάθε φορά την εξέλιξη των Ελληνικών Επαναστάσεων, ιδιαίτερα όταν αυτή ήταν αρνητική, τις «αποκήρυσσε», προκειμένου να μην υπάρξουν αντίποινα στους υπόδουλους Έλληνες.
[Έτσι, όταν ο Σουλτάνος, μετά την κατάπνιξη της Επανάστασης των Ελλήνων στα Ορλωφικά, είχε αποφασίσει να τους μεταφέρει ως τιμωρία στην Μεσοποταμία, παραινέβη ο Πατριάρχης, ο οποίος του είπε, ότι αν τον άφηνε, θα τους «έπειθε» αυτός, να μην «ξαναεπαναστατήσουν».
Και για να επιτύχει τον «στόχο» του αυτό, θα έστελνε έναν έμπιστο κήρυκα του. Ο Σουλτάνος τελικά πείστηκε, και ο Πατριάρχης πραγματικά έστειλε τον κήρυκα του, τον γνωστό σε όλους μας Άγιο, Εθναπόστολο και ήρωα, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, ο οποίος όπως όλοι γνωρίζουμε, προετοίμασε με το έργο του, τον δρόμο για την Ελευθερία του Έθνους μας.
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, μιλούσε όπως όλοι ξέρουμε, για την Ελευθέρια των Ελλήνων από τους Τούρκους, άλλοτε συγκαλυμμένα και άλλοτε όχι, και όχι για την υποταγή τους σε αυτούς, ενώ και οι σημαντικότεροι ήρωές και οπλαρχηγοί της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ήταν μαθητές του.
Από την μια λοιπόν, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έπρεπε να προσπαθεί να διαχειρίζεται τις συνέπειες των Επαναστάσεων των Ελλήνων, και από την άλλη, προσπαθούσε να συνεννοηθεί και με τους Φαναριώτες, που άλλοι τους τις στήριζαν, ενώ άλλοι προτιμούσαν το «αργό και σταδιακό σχέδιο» για ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Έτσι, κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821, άλλοι Φαναριώτος την υποστήριξαν και άλλοι στράφηκαν εναντίον της.
Μετά δε την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους το 1833, η διαμάχη των Φαναριωτών συνεχίστηκε.
Άλλοι Φαναριώτες, υποστήριζαν το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος οικονομικά (γενόμενοι έτσι Εθνικοί Ευεργέτες) και άλλοι, ήλπιζαν ακόμα στη υλοποίηση του παλαιού σχεδίου τους, πριν η ιδεολογία του εθνικισμού, εισβάλει για τα καλά στους Βαλκανικούς λαούς  και αυτοί αρχίζουν να θέλουν να ιδρύσουν μόνο δικά τους κράτη, και όχι να δεχτούν να συνυπάρξουν στο ενιαίο, που σχεδίαζαν αυτού.

[Ούτε οι από τους Γερμανοί, ούτε οι Αγγλοσάξονες, αλλά ούτε και οι πανσλαβιστές Ρώσοι, δεν ήθελαν την ίδρυση ενός ενιαίου (και ιδιαίτερα σημαντικού γεωπολιτικά) «Βυζαντινού Αυτοκρατορικού χώρου υπό την διοίκηση των Ελλήνων», τον οποίο δεν θα ελέγχαν οι ίδιοι πλήρως πολιτικά και οικονομικά].
Για τον λόγο αυτό, στράφηκαν κάποιοι από αυτούς, εναντίον των Ελληνικών συμφερόντων με μένος, όταν κατείχαν σημαντικά αξιώματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ άλλοι σχεδίαζαν την ίδρυση μιας κοινής Τουρκο-Ελληνικής Ομοσπονδίας, ως μια εξέλιξη του προηγουμένου σχεδίου τους.
Φυσικά, όπως όλοι γνωρίζουμε, με την άνοδο των Νεότουρκων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (https://alophx.blogspot.gr/2016/09/normal-0-false-false-false-el-x-none-x_66.html), αυτού, με την παρότρυνση και των Γερμανών (https://alophx.blogspot.gr/2017/09/blog-post_13.html), αρχίσαν τους βίαιους διωγμούς κατά των Ελλήνων, και θέλησαν να εκτουρκίσουν με την βία πλήρως την Οθωμανική διοίκηση, οπότε εκδίωξαν οριστικά τους Φαναριώτες από τα αξιώματα, τα οποία αυτοί κατείχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Συνάμα, κατέστρεψαν και τους πλουσίους Έλληνες εμπόρους και τραπεζίτες, αρπάζοντας τις περιουσίες τους και δολοφονώντας τους, είτε αυτού ήταν Φαναριώτες, είτε όχι.
Η άνοδος δε των Βαλκανικών εθνικισμών, κατέστρεψε πλήρως το σχέδιο αυτό για κοινή συνύπαρξη των Βαλκανικών λαών σε ένα κράτος (όπως ακριβώς έγινε και με την Γιουγκοσλαβία).
Παρόλα αυτά, το σχέδιο αυτό, δεν τέλειωσε τότε οριστικά.
Έγινε μια αποτυχημένη προσπάθεια για μία κοινή Βαλκανική Ομοσπονδία, από τους Σοβιετικούς (που μέλη της θα ήταν μια εδαφικά ακρωτηριασμένη Ελλάδα καθώς και η Τουρκιά).
Η Χούντα των Αθηνών, υπό τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, σχεδίαζε να δημιουργήσει ομοσπονδία με τους Τούρκους, αν βρισκόταν λύση ικανοποιητική για τα Ελληνικά συμφέροντα στο Κυπριακό πρόβλημα, και σε ένδειξη «καλής θέλησης» προς τους Τούρκους, απέσυρε την μεραρχία που είχε στείλει ο Γεώργιος Παπανδρέου ο πρεσβύτερος στην Κύπρο.
Και το σχέδιο αυτό, ναυάγησε οριστικά, τόσο λόγω της αδιαλλαξίας των Τούρκων, όσο και λόγω της απέχθειας για αυτό από τον ταξίαρχο Ιωαννίδη, ο οποίος, όταν κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία το 1973, προχώρησε όπως όλοι ξέρουμε στην συνέχεια στο πραξικόπημα της Κύπρου (https://alophx.blogspot.gr/2017/09/1974-2016.html), το οποίο επέφερε ωμέ γνωστόν, συμφορές τόσο σε αυτή, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Στις μέρες μας, κάποιοι οικονομικοί, εμπορικοί και πολιτικοί κύκλοι, ακόμα διακινούν το σχέδιο για μια ομοσπονδία Ελλήνων-Τούρκων, το οποίο στηρίζεται, τόσο από τους παραπάνω κύκλους  όσο και από «ιδεολογικούς γκουρού».
Ένας από αυτούς, είναι ο Δημήτριος Κιτσίκης, μέντορας του πρώην Τούρκου πρωθυπουργού Τουργκούτ Οζάλ, (ο οποίος σχεδίαζε υπό την επήρεια του και αυτός μια Ελληνοτουρκική Ομοσπονδία), και ο οποίος εξωραΐζει πάντα υπέρμετρα την βάρβαρη περίοδο της Οθωμανικής κατοχής της πατρίδας μας.
[Οι δε παραπάνω οικονομικοί και πολιτικοί κύκλοι, που έχουν σήμερα σκοπό μια Ελληνοτουρκική Ομοσπονδία, επιθυμούν μόνο να δημιουργήσουν έναν ενιαίο οικονομικό και πολιτικό χώρο, χωρίς δασμούς, ο οποίος να είναι επικερδής, μόνο για τους ιδίους στο εμπόριο και τις οικονομικές δοσοληψίες τους].
Οπότε σήμερα, και σε αντίθεση με το αρχικό σχέδιο των Φαναριωτών, το οποίο αν πετύχαινε θα μπορούσε πιθανότατα να είναι μακροπρόθεσμα επιτυχές για τον Ελληνισμό, το νέο σχέδιο, μόνο καταστροφή θα φέρει.
Και αυτό, γιατί αν κάνουμε ομοσπονδία με τους Τούρκους για τα συμφέροντα μόνο κάποιων οικονομικών κύκλων, παραδίδοντας τους τον στρατό μας (που μόνο η ισχύς τους μας προστατεύει σήμερα από επίθεση  τους) ή και την οικονομία μας (κάτι που ήδη γίνεται από τους Τούρκους, οι οποίοι αγοράζουν Ελληνική γη και επιχειρήσεις και μέρος αυτών, συνδέεται με τους παραπάνω δήθεν «νεοΦαναριώτες»), θα γίνουμε για δεύτερη φορά οικειοθελώς δούλοι τους.
[Οι ίδιοι κύκλοι, διακινούν θεωρίες για δήθεν «Ελληνοτουρκική φιλιά και συνύπαρξη», «αδελφοποίηση των δυο λαών», τον «εξωραϊσμό» της παιδείας από τα βάρβαρα «καμώματα» της Οθωμανικής κυριαρχίας (αφαιρώντας τα από τα σχολικά βιβλία σε μια προσπάθεια λήθης τους).
Επίσης, υποστηρίζουν ταυτόχρονα και τις οκουμενιστικές πανθρησκειακές «φιέστες», σε μια προσπάθεια να πείσουν τους λαούς, πως τάχα όλες οι θρησκείες λένε τα ιδιά και αυτού μπορούν να «συνυπάρξουν» όλοι μαζί, ξεχνώντας το τι πραγματικά λέει το κοράνι, και ποσό «ανεκτικά» φέρθηκαν στην πραγματικότητα, όλοι οι ισλαμιστές σε όλους τους λαούς που κατέλαβαν ].


Μια τέτοια αρνητικότατη εξέλιξη και λήθη των βάρβαρων οθωμανικών καταστάσεων στον τόπο μας, δεν πρέπει σε καμμιά περίπτωση όμως να αφήσουμε να ξανασυμβεί, γιατί όπως είναι γνωστό: «οποίος λαός ξεχνά την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου