Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ 1914-1917 ΚΑΙ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ 1914-1917 ΚΑΙ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ




Ο Εθνικός Διχασμός (1914-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Τα κύρια γεγονότα της διένεξης αφορούν διαδοχικά την παραίτηση του Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους με πρωτοβουλία του στην Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μετά από στρατιωτική παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ.

 Η διένεξη αυτή χώρισε την χώρα σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα και προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά. Κάποιες επιπτώσεις του χάσματος παρέμειναν ως το 1974 και την έκπτωση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Μία σειρά από τραυματικά για την Ελλάδα γεγονότα, η μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια του Εθνικού Διχασμού.

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η ριζική διαφορά απόψεων σχετικά με τη στάση της Ελλάδας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος επέμενε να καθορίζει αυτός και όχι η εκλεγμένη κυβέρνηση την εξωτερική πολιτική της χώρας, γεγονός που τον οδήγησε σε ανοικτή σύγκρουση με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.

Βάσει του Συντάγματος του 1911, είχε δικαιοδοσίες περιορισμένες, όμως η επιρροή του στους συντηρητικούς πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. 

Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στον οποίο ηττήθηκε η ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αρχιστράτηγος του στρατού σε ηλικία 29 ετών (ύστερα  από συνέχεις πιέσεις δέχθηκε αυτή την θέση, παρόλο που ο ίδιος είχε δηλώσει πως δεν ήθελε, διότι έβλεπε πως στον πόλεμο αυτόν θα έχανε η χώρα, όπως και έγινε), και θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αποδιοργάνωση του στρατού που αποτελούσε φέουδο των πριγκίπων της βασιλικής οικογένειας.


Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που οργάνωσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, με κύρια αιτήματα τις πολιτικές-διοικητικές μεταρρυθμίσεις, την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό του στρατού με κύριο αίτημα την αποχώρηση του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων. 

Στο πρόσωπο του Βενιζέλου το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την εκπροσώπηση του κινήματος. Μετά τις εκλογές του 1910 ανέλαβε και πρωθυπουργός της χώρας.

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού οφείλονταν, τόσο στους διπλωματικούς χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας (συμμαχία με Βουλγαρία και Σερβία το καλοκαίρι του 1912), στον ηρωισμό των ελλήνων στρατιωτών, και στην ικανή στρατιωτική τεχνική του Κωνσταντίνου.

Στα παρασκήνια όμως, εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, μια και ο διάδοχος έθεσε ως προτεραιότητα την κατάληψη του Μοναστηρίου, ενώ ο πρωθυπουργός τον καλούσε να καταλάβει το συντομότερο δυνατό την Θεσσαλονίκη.

(ο Βενιζέλος υποστήριζε με την λογική του διπλωμάτη και πολιτικού την άμεση και τάχιστη απελευθέρωση της πόλης πριν προλάβουν οι Βούλγαροι να την καταλάβουν για να μπορεί να ενταχθεί στον εθνικό κορμό ευκολότερα στις επικείμενες διαπραγματεύσεις, παρά τους όποιος κινδύνους, ενώ ο Κωνσταντίνος σκεφτόμενος σαν στρατιωτικός πίστευε και αυτός πως έπρεπε να απελευθερωθεί η πόλη, αφού πρώτα όμως εξουδετερωθεί η τούρκικη στρατιωτική δύναμη-απειλή από τον βορρά, που βρισκόταν στην πόλη Μοναστήρι,  που σε συνδυασμό με την τουρκικό στρατό εντός της Θεσσαλονίκης,  θα μπορούσε να χτυπήσει πισώπλατα τον Ελληνικό στρατό, ειδικά εάν αυτός υποχρεωνόταν να πολεμήσει και να κάνει έφοδο,  για να απελευθερώσει την πόλη αυτή). 

Το συγκεκριμένο γεγονός παρέμεινε γνωστό τότε μόνο σε περιορισμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους.


Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ πιστεύοντας πως ήρθε η ώρα "εκπλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας" (δηλ. η Ελλάδα όχι μόνο να διατηρήσει τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους αλλά και να επεκτείνει τα σύνορα της). 

Παρέβλεπε όμως το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες είχαν κουραστεί από τους συνεχείς πολέμους. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία της Βουλγαρίας και ουδετερότητα της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η μεγαλύτερη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, ιδίως της Διασποράς, προσδοκούσε να ενταχθεί (όπως έλεγε) σε μία "μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα".

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δεχθεί έκκληση από τον Γερμανό Κάιζερ να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια» με αντίδωρο το Μοναστήρι. 

Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού και είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα.


Παρά ταύτα, υπολόγιζε και την δύναμη της Αντάντ, έχοντας υπόψην του πως η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία. 

Μάλιστα είπε "Να έχετε υπόψη σας πως δεν υποστηρίζω πως δεν θα βγούμε στον πόλεμο-φυσικά στο πλευρό της Αντάντ, αφού τα συμφέροντά μας συνδέονται στο σύνολό τους με αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν θα πολεμούσαμε εναντίον της και δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να το διανοείται".

Έχοντας την εμπειρία και την γνώση στην πρώτη γραμμή ήδη δύο πρόσφατων πολέμων ήθελε την ειρήνη στο διπλασιασμένο Ελληνικό κράτος και την ξεκούραση των Ελλήνων (θα δεχόταν να συμμετάσχει όπως έλεγε στο πλευρό της Αντάντ  υπό όρους και μόνο αν αυτή κατοχύρωνε πλήρως τα εδάφη που είχε απελευθερώσει ήδη η Ελλάδα συν αυτά που θα κέρδιζε με την συμμετοχή της στον πόλεμο).

 Έτσι επεδίωκε την ουδετερότητα. Εξ' άλλου ποιος μπορεί να φανταστεί μια Ελλάδα σύμμαχο των Κεντρικών Δυνάμεων στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο δίπλα στη Βουλγαρία και τη Τουρκία. Ωστόσο η εμμονή του βασιλιά με την άποψη αυτή τον οδήγησε να δράσει με τρόπο που υπέσκαπτε τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος, καταφεύγοντας ακόμα και σε παράνομα για το σύνταγμα μέσα (π.χ παράδοση απόρρητων διπλωματικών εγγράφων στους Γερμανούς).

Το 1915 προκάλεσε δύο φορές την παραίτηση της κυβέρνησης (εκείνο το διάστημα ήταν κρυφό πως ο βασιλιάς έπασχε από εκτενούς βαθμού καρκίνο και με το ζόρι μπορούσε να σταθεί όρθιος, δεν είχε πλήρη συνείδηση και έλεγχο του εαυτού του, και ουσιαστικά δεν μπορούσε  να δράσει και να κυβερνήσει λογικά πολλές φορές και ουσιαστικά την κατάσταση στην χώρα έλεγχαν άτομα που ήταν πολύ κοντά του και εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση του επηρέαζαν την κρίση του, όπως ο μετέπειτα δικτάτορας Ιωάννης  Μεταξάς με τους επίστρατους του και κυρίως η γυναίκα του και αδερφή του Κάιζερ της Γερμανίας, Σοφία).

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια απέτυχε. Κατά δήλωση του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών "άξονας της πολιτικής της Αντάντ στα Βαλκάνια είναι οι Πρώσοι" (Πρώσοι δηλ. Βούλγαροι τους οποίους η Ελλάδα ένα-δύο χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει). 

Ο Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου πως ο πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της.

Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1915 ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο 3 επιστολές με τις οποίες πρότεινε να παραχωρηθούν άμεσα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, με αντάλλαγμα ισομεγέθη εδάφη στη Μικρά Ασία, χωρίς όμως να ρωτήσει τους απελευθερωθέντες Έλληνες των περιοχών αυτών, αλλά και της υπόλοιπης χώρας αν ήθελαν κάτι τέτοιο.

(Φυσικά ο Βενιζέλος ήταν ένας ικανότατος πολιτικός και διπλωμάτης και ήταν πάντα έτοιμος, αν και καμιά φορά λίγο ωμά και κυνικά, να μην διστάσει να δώσει και εδάφη ακόμα προκειμένου να κερδίσει κέρδη αλλού, άλλωστε αυτό είναι και η τέχνη της διπλωματίας, μα στην συγκεκριμένη περίπτωση οι σύμμαχοι του είχαν δώσει μόνο αόριστες υποσχέσεις και όχι κάτι ουσιώδες ή έγγραφο).

Ο Κωνσταντίνος διαφώνησε και ο Βενιζέλος κοινοποίησε (παράνομα αφού ήταν απόρρητα έγγραφα) τις επιστολές στον γαλλικό τύπο ο οποίος και τις δημοσίευσε . Παρά ταύτα, οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα, στο πλευρό των Αυστρογερμανών. Υπέρ της ουδετερότητας συνηγορούσε και η μη εγγύηση των δυνάμεων της Αντάντ για εξασφάλιση της ακεραιότητας της Ελλάδας.

Ο Κωνσταντίνος αντίθετα, ήθελε να γνωρίζει τα ανταλλάγματα που θα έδιναν στην Ελλάδα οι Αγγλογάλλοι σε μία ενδεχόμενη νίκη τους, βάζοντας και όρους για την συμμετοχή της στον πόλεμο στον πλευρό τους  (ο Κωνσταντίνος αντίθετα με τον Βενιζέλο ήταν ένας ικανός στρατιωτικός, ο οποίος όμως δεν είχε καμία απολύτως ιδέα από την τέχνη της διπλωματίας, και ήταν μεγάλη ατυχία για την χώρα που δύο τόσο ισχυρές και δυναμικές προσωπικότητες σαν και αυτές, ικανές η καθεμία στον τομέα της συγκρούστηκαν, ενώ όταν συνεργάστηκαν κατάφεραν να διπλασιάσουν το μέγεθος της χώρας).

Μάλιστα είπε "Το ελληνικό το αίμα είναι λιγοστό! Για να το χύσουμε για χάρη σας κύριοι της Αντάντ, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποιά θα είναι τα ανταλλάγματα".

Ο Βενιζέλος δεν έθετε το θέμα των ανταλλαγμάτων και επεδίωκε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο χωρίς όρους, έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές του για οφέλη υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915).

Ο Κωνσταντίνος, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη του ΓΕΣ πως η επιχείρηση θα κατέληγε σε αποτυχία, αρνήθηκε. Έτσι, η "άνευ όρων φιλοαντατική" πολιτική του Βενιζέλου έβρισκε αντίθετο το Παλάτι, το ΓΕΣ και την μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης. 

Ο Ιωάννης Μεταξάς, αν και μετέπειτα δικτάτορας, ήταν μεγάλος στρατιωτικός νους για εκείνη την εποχή. Είχε προβλέψει ότι "οποιονδήποτε στρατιωτικόν εγχείρημα ημών εις τον χώρον της Μικράς Ασίας, δεν θα είναι μόνον πράξις καταστροφική, αλλά πράξις οιονεί αυτοκτονίας", κάτι που στο μέλλον αποδείχθηκε.

Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου ο Βενιζέλος επανεκλέχθηκε και θεώρησε το αποτέλεσμα ως έγκριση της εξωτερικής πολιτικής του, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν δεχθεί εκείνη επίθεση της Βουλγαρίας. 

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος, αν και αρχικά έμμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα, δέχτηκε τελικά να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο Βουλγαρικής επίθεσης.

Εντωμεταξύ αγγλογαλλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, με τη συναίνεση του Βενιζέλου (και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση του πρωθυπουργού με το κοινοβούλιο ή τον βασιλιά ).

Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Σαράι (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός, προσεταιριζόμενος στο μέλλον μέρος της εξουσίας του Βασιλέως, και παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός Ελληνικού "εθνικού στρατού" για να πολεμήσει τους Βούλγαρους.

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915 η Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα "ουδετερότητα de facto" με αντίδωρα εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, παραχώρηση στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου, διαρρύθμιση των συνόρων προς την Βουλγαρία και μελλοντική παραχώρηση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου (εφόσον βέβαια κέρδιζε τον πόλεμο η Γερμανία). 

Σε αντίθεση, η Αντάντ δεν εξασφάλιζε ακόμα ούτε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος, κάτι που στο μέλλον θα αναγκαζόταν να πράξει. Η πρόταση απορρίφθηκε από τον Βενιζέλο. Με τα Ανάκτορα εξαγριωμένα να εμμένουν στην θέση τους, ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε πάλι και διεξήχθαν εκ νέου εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915. Ο Βενιζέλος και οι Φιλελεύθεροι απείχαν θεωρώντας αντισυνταγματικές τις πράξεις των Ανακτόρων. Έτσι νίκησαν οι φιλοβασιλικοί.


Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια, διατηρούν την πολιτική "ουδετερότητας". Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. 

Απορρίφθηκε όμως από την Ελληνική κυβέρνηση και τον Κωνσταντίνο η προσφορά της Κύπρου από τη Βρετανία και κάποια αόριστα κέρδη στην Μικρά Ασία αν κέρδιζαν οι σύμμαχοι, με αντάλλαγμα τη συμπαράταξη της Ελλάδος με την Αντάντ (χωρίς και πάλι να εγγυώνται τα μέλη της Αντάντ την εδαφική ακεραιότητα της χώρας). 

Οι Έλληνες διχάστηκαν ανάμεσα σε δύο παρατάξεις, - φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών - κάτι που θα συντελέσει στην άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθά του.

Κομβικό σημείο αποτέλεσε η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και η παράδοση στις 26 Μαΐου 1916 του Ρούπελ, κατόπιν διαταγών από το Υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα, σε Βουλγαρικές δυνάμεις. Το Δ΄ Σώμα Στρατού αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία.

Στις 16 Αυγούστου 1916 ξεσπά το χωριστικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη που το υποστήριξε ο συμμαχικός στρατός που είχε στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, καθώς και φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί.

Ο Βενιζέλος, ως ηθικός αυτουργός του κινήματος, τάσσεται με αυτό και στις 26 Σεπτεμβρίου μεταβαίνει στα Χανιά με αγγλογαλλικό πλοίο, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και από εκεί μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης δεν κατήργησε την μοναρχία. Ο Βενιζέλος, παρά τις προτροπές συνεργατών του, επέλεξε να μην άρει την αναγνώριση προς τον Κωνσταντίνο και αποδίδοντας τη συμπεριφορά του Βασιλιά σε "ανεύθυνους και κακούς συμβούλους". Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η "Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης" κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Η Ελλάδα είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών.

Από την άλλη μεριά, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευσίμους («επιστράτους») που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες προς απόκρουση κινδύνου.

Το 1916 στην προσπάθεια των Γάλλων και του Βενιζέλου να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά μπήκαν στον Πειραιά και αποβίβασαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδισαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα, σε μια σειρά επεισοδίων γνωστών ως «Νοεμβριανά». 

Σημειώθηκαν συγκρούσεις με το φιλοβασιλικό στράτευμα, ενώ κύμα διώξεων ξεκίνησε στην Αθήνα κατά των φιλοβενιζελικών. Με την επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του. Όλα τα λιμάνια ήταν αποκλεισμένα από τους Γάλλους με αποτέλεσμα η Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις της Νοτίου Ελλάδος να λιμοκτονήσουν.

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Eπικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των "Προστάτιδων Δυνάμεων", το οποίο κατά την άποψή τους είχαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. 

Μετά το τελεσίγραφο των συμμάχων, ο Βασιλιάς μπροστά στον κίνδυνο αιματοχυσίας αποσύρθηκε από το θρόνο, χωρίς όμως να παραιτηθεί τυπικά, και στις 15 Ιουνίου 1917 έφυγε στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο ο οποίος διέθετε την εμπιστοσύνη της Αντάντ.

Ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα και σχημάτισε κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Ο Βενιζέλος έχοντας χάσει πλέον πολλούς οπαδούς του στην Παλαιά Ελλάδα, αλλά και θεωρώντας αντισυνταγματικές τις παλαιότερες πράξεις του Βασιλιά, δεν διεξήγαγε εκλογές και ανακάλεσε το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή χαρακτηρίστηκε ειρωνικά "Βουλή των Λαζάρων". Στις 15 Ιουνίου η Ελλάδα κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.


Επακολούθησαν εξορίες των πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου στην Κορσική, καθαιρέσεις δεκάδων μητροπολιτών, απολύσεις εκατοντάδων δικαστικών και αξιωματικών, εξευτελισμοί χιλιάδων κληρικών, δημοσίων υπαλλήλων κλπ.

Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Οθωμανική αυτοκρατορία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.

Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 βάζει τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη. Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) αποτέλεσε ίσως τη μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας και δικαίωσε τη τολμηρή πολιτική του Βενιζέλου.

Η Ελλάδα με το τέλος του πολέμου η Ελλάδα απέκτησε την Ίμβρο, την Τένεδο και την Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας. Η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα Αρμοστή ως εντολοδόχο των Συμμάχων, και θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια με δημοψήφισμα. 

Το άρθρο 26 της Συνθήκης όριζε ακόμα ότι αν οι οθωμανικές αρχές δεν συναινούσαν στην εφαρμογή της, θα εξέπιπταν από την κυριαρχία τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία θα μπορούσε να καταλάβει η Ελλάδα, κάτι το οποίο έντεχνα είχε προωθήσει ο Βενιζέλος.

Παράλληλα, η Βόρεια Ήπειρος ενσωματωνόταν στην Ελλάδα με το μυστικό Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι. Η Ιταλία συμφώνησε ακόμα να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα (εκτός από τη Ρόδο και το Καστελλόριζο) στην Ελλάδα, και όταν η Βρετανία έδινε στο μέλλον την Κύπρο στην Ελλάδα, τότε (μετά από δημοψήφισμα) θα παραχωρούταν και αυτά τα νησιά (η συμφωνία ακυρώθηκε αργότερα από την Ιταλία το1922).

Η επικύρωση της Συνθήκης δεν έγινε από κανένα συμμαχικό κοινοβούλιο (ούτε από το ελληνικό), καθώς μετά την επαναφορά του Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο, διαταράχθηκαν οι σχέσεις με τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες ποτέ δεν τον αναγνώρισαν ως αρχηγό του ελληνικού κράτους

Ενώ όμως επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα, μετά την υπογραφή της συνθήκης, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών (από εκεί έπαιρνε κάποιος το τρένο για την πόλη Λυών), στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες φιλοβασιλικούς αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. 

Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, γύρισε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα. Ως αντίποινα για την απόπειρα δολοφονίας, εξαπολήθη κυνήγι αντιβενιζελικών στην Αθήνα, θύμα του οποίου έπεσε και ο Ίων Δραγούμης.

Με την αντιπολίτευση να ζητά επιμόνως εκλογές, ο Βενιζέλος αποφάσισε να διεξαχθούν τον Νοέμβριο του 1920. Οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση και ο Βενιζέλος αναχώρησε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. 

Ένα μήνα πριν ο Βασιλιάς Αλέξανδρος είχε πεθάνει αιφνιδίως, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση και δημιουργώντας εκ νέου καθεστωτικό ζήτημα. Τελικά, με το Δημοψήφισμα του 1920, ο εξαιρετικά αντιπαθής στις συμμαχικές Δυνάμεις, Κωνσταντίνος, ξαναεπέστρεψε στην Ελλάδα και τον Θρόνο (οι μεγάλες δυνάμεις βρήκαν αυτό το γεγονός ως αφορμή για να άρουν την στήριξη τους στην χώρα, ενώ ταυτόχρονα τα «είχαν βρει» από τον καιρό του Βενιζέλου ακόμα με τον Κεμάλ).


Παρά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο μικρασιατικό μέτωπο όπου συνέχισε η φιλοβασιλική κυβέρνηση παρά τις υποσχέσεις για αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής και επιδίωξη ειρήνη, διχασμός συνέχισε να υφίσταται. Ο δημοσιογράφος Ανδρέας Καβαφάκης δολοφονήθηκε στην Αθήνα από φιλοβασιλικούς το Φεβρουαρίου του 1922, ενώ θύμα δολοφονικής απόπειρας έπεσε και ο Παύλος Κουντουριώτης.

Η Μικρασιατική καταστροφή (με την συνδρομή όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εναντίον της Ελλάδας και συγκεκριμένα της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Αγγλίας, της Σοβιετικής Ένωσης και των ΗΠΑ) και το στρατιωτικό κίνημα του 1922 ήταν η τραγική κορύφωση του δράματος που κατέληξε στη δίκη των έξι.

Τελικά η συμμετοχή στον πόλεμο στον πλευρό της Αντάντ αποδείχτηκε εδαφικά επωφελής για την χώρα μας και ο Βενιζέλος βγήκε ορθός στην κρίση του, παρόλο που και ο βασιλιάς είχε δίκιο για την εδαφική κατοχύρωση των  απελευθερωμένων περιοχών της χώρας και την έγγραφη δέσμευση για αυτό αλλά και για περαιτέρω εδαφικά ανταλλάγματα,  αλλά τα παράνομα μέσα μαζί με τις αδίστακτες μεθόδους  που χρησιμοποίησαν και οι δύο για να πετύχουν τους σκοπούς τους, παράλληλα με την εμπλοκή από τον καθένα ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας, αλλά και ταυτόχρονων στρατιωτικών εισβολών με την άδει και των δύο πρωταγωνιστών (Αγγλογάλλων για τον Βενιζέλο και Γερμανοβουλγάρων για τον Κωνσταντίνο),  προκάλεσαν στον λαό έναν βίαιο διχασμό και μία αιματηρή εμφύλια σύγκρουση που μακροπρόθεσμα τον έβλαψε και που προκάλεσε πολιτική ανωμαλία και αναταραχή στην χώρα για δεκαετίες.

Στις μέρες μας για άλλη μία φορά ο λαός μας είχε για ένα διάστημα διχαστεί σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, οι οποίοι υποστηριζόταν όπως και στον καιρό του εθνικού διχασμού από τους Αγγλοσάξωνες  (ΗΠΑ και Αγγλία σήμερα)  και λίγο τους Γάλλους οι αντιμνημονιακοί και από την Γερμανία οι μνημονιακοί (φυσικά αυτός ο διαχωρισμός ήταν ψευδής και δεν κράτησε η κοροϊδία αυτή του λαού για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού σύντομα μόλις οι υποτεθειμένοι  «αντιμνημονιακοί»  πήραν την εξουσία, «έριξαν την μάσκα» και απέδειξαν πως  στην πραγματικότητα είναι και αυτοί οι καλύτεροι φιλογερμανοί  μνημονιακοί).


Και έτσι στρεφόμενοι κατά της θέλησης της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού, τα κόμματα του κοινοβουλίου τον πρόδωσαν για άλλη μία φορά, χωρίς μάλιστα αυτή την φορά να αναφαίνεται ένας «νέος Βενιζέλος» στον ορίζοντα. 

Θα καταφέρει άραγε ο Ελληνικός λαός μέσα από αυτήν την γενική πολιτική σήψη που κυριαρχεί να  αναδείξει έναν νέο πατριώτη πολιτικό σαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θα καταφέρει για άλλη μία φορά να την ανορθώσει πολιτικά και να «εκτοξεύσει» στρατηγικά υπερβαίνοντας κάθε διαχωρισμό και διχασμό, ενώνοντας τον Ελληνικό λαό; 

Άγνωστο, αλλά μόνο η σωστή μελέτη του παρελθόντος μας, θα μας επιτρέψει να διαμορφώσουμε και να αναπαράγουμε τις συνθήκες, οι οποίες για άλλη μία φορά, εάν αξιοποιηθούν σωστά, θα μας οδηγήσουν και πάλι σε ένα λαμπρό και ένδοξο μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου