Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΑΥΤΑΡΧΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ Η ΔΥΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΧΑΟΥΣ.

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΑΥΤΑΡΧΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ  Η ΔΥΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΧΑΟΥΣ.

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ


Όπως είναι γνωστό η ιστορία του 20ού και του 21ου Αιώνα μ.Χ. δείχνει ότι η στρατιωτική ήττα ενός αυταρχικού κράτους δεν συνεπάγεται αυτομάτως την δημιουργία μιας δημοκρατικής και σταθερής κοινωνίας.

Αντίθετα, όταν η κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας συνδυάζεται με εθνοτικές, θρησκευτικές, φυλετικές και γεωπολιτικές αντιθέσεις, μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιους πολέμους, εδαφικό κατακερματισμό, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών και μακροχρόνια αποσταθεροποίηση.

Η ιστορία της διεθνούς πολιτικής είναι σε μεγάλο βαθμό η ιστορία της ανόδου, της παρακμής και της βίαιης αποσύνθεσης μεγάλων κρατικών οντοτήτων και αυτοκρατοριών. Κατά τον 20ό και 21ο Αιώνα, μ.Χ. η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε δραματικά, συχνά ως αποτέλεσμα της άμεσης ή έμμεσης σύγκρουσης αυταρχικών καθεστώτων με την Δυτική συμμαχία.

Η γεωπολιτική στρατηγική που εφαρμόστηκε σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οδήγησε όχι μόνο στην ανατροπή ηγεμόνων, αλλά και στην πλήρη αποσύνθεση του κοινωνικού και εδαφικού ιστού των κρατών αυτών, μετατρέποντάς τα σε εστίες μόνιμης αστάθειας.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, η Λιβύη και η Συρία αποτελούν διαφορετικές ιστορικές περιπτώσεις, αλλά παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Η εξωτερική στρατιωτική επέμβαση, η υποστήριξη ένοπλων αντιπολιτευτικών ομάδων και η αποδυνάμωση ή ανατροπή της κεντρικής κυβέρνησης μπορούν να επιταχύνουν διαδικασίες διάλυσης που ήδη υπάρχουν στο εσωτερικό μιας χώρας.

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τον ιστορικό κύκλο των κρατικών καταρρεύσεων, ξεκινώντας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Γιουγκοσλαβία, προχωρώντας στις σύγχρονες περιπτώσεις της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής (Ιράκ, Συρία, Λιβύη, Υεμένη), και αναλύοντας πώς το ίδιο μοντέλο κρίσης απειλεί σήμερα το Ιράν, την Τουρκία και την Ουκρανία.

Η διαδικασία αυτή εγγράφεται συχνά σε ένα μοτίβο: Την στρατιωτική αποσταθεροποίηση ενός αυταρχικού κέντρου, την έξαψη ή εκμετάλλευση εσωτερικών εθνοτικών και θρησκευτικών ρηγμάτων και, τελικά, τον κατακερματισμό του κράτους σε ασθενείς, αντιμαχόμενες οντότητες.

Ένα κοινό στοιχείο είναι ότι η εξωτερική στρατιωτική ή πολιτική παρέμβαση μπορεί να επιταχύνει την αποσύνθεση ενός ήδη προβληματικού κρατικού συστήματος. Η καταστροφή στρατιωτικών υποδομών, η αποδυνάμωση των κρατικών θεσμών, η ανατροπή της πολιτικής ηγεσίας και η ενίσχυση ανταγωνιστικών τοπικών δυνάμεων δημιουργούν ένα κενό εξουσίας.

Το κενό αυτό δεν καλύπτεται απαραίτητα από μια ενιαία νέα κυβέρνηση. Αντίθετα, μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών εθνοτικών, θρησκευτικών, πολιτικών και γεωπολιτικών παραγόντων.

Το σημαντικότερο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ένα αυταρχικό καθεστώς πρέπει να απομακρυνθεί, αλλά τι συμβαίνει την επόμενη ημέρα. Ποιος θα ελέγχει τον στρατό; Ποιος θα διατηρεί την ασφάλεια; Πώς θα προστατευθούν οι μειονότητες; Ποιος θα διαχειρίζεται τους φυσικούς πόρους; Και κυρίως, θα παραμείνει το κράτος ενιαίο;

Από τις αρχές του 20ού Αιώνα μ.Χ. έως τις επεμβάσεις στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική στον 21ο Αιώνα μ.Χ,, η πτώση συγκεντρωτικών καθεστώτων σπάνια οδήγησε σε σταθερές δημοκρατίες. Αντίθετα, παρήγαγε θύλακες αστάθειας, μαζικά προσφυγικά κύματα και αλυσίδες γεωπολιτικών κρίσεων.

Παράλληλα, εξετάζονται οι στρατηγικές μετατοπίσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οικονομικές επιπτώσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και οι πολιτικές παρενέργειες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κύριο άξονα την μεταναστευτική πίεση και την άνοδο της εθνικιστικής δεξιάς.

Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα είναι εάν μια μεγάλη πολεμική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία, θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν νέο κύκλο γεωπολιτικών ανακατατάξεων, με συνέπειες για την Ευρώπη, την Μέση Ανατολή και την παγκόσμια οικονομία. Το ενδεχόμενο αυτό αξίζει σοβαρή εξέταση, χωρίς όμως να θεωρείται δεδομένο ότι η Τουρκία, το Ιράν ή η Ουκρανία θα διαλυθούν ή ότι οι ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν αναγκαστικά την Ουκρανία.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία: Η ιστορική διάλυση μιας πολυεθνικής δύναμης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά παραδείγματα διάλυσης μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας ύστερα από στρατιωτική ήττα και εξωτερική επέμβαση.

Για αιώνες αποτελούσε κυρίαρχη δύναμη στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, στην Μέση Ανατολή και στην Βόρεια Αφρική. Ωστόσο, κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού Αιώνα μ.Χ. αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά, στρατιωτικά, διοικητικά και εθνικιστικά προβλήματα.

Οι εξεγέρσεις των χριστιανικών πληθυσμών στα Βαλκάνια, η άνοδος των εθνικών κινημάτων, οι επεμβάσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων και οι εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις αποδυνάμωσαν σταδιακά την αυτοκρατορική εξουσία.

Η συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων αποδείχθηκε καθοριστική. Η ήττα της οδήγησε στην κατάρρευση της αυτοκρατορικής διοίκησης και στη διεκδίκηση των εδαφών της από τις νικήτριες δυνάμεις.

Η Βρετανία και η Γαλλία είχαν ήδη διαπραγματευτεί τη μεταπολεμική διανομή μεγάλου μέρους των αραβικών εδαφών μέσω της συμφωνίας Sykes–Picot του 1.916 μ.Χ. Ακολούθησαν οι εντολές της Κοινωνίας των Εθνών, οι οποίες έθεσαν την Συρία και τον Λίβανο υπό Γαλλική διοίκηση και το Ιράκ και την Παλαιστίνη υπό Βρετανική.

Η Συνθήκη των Σεβρών του 1.920 μ.Χ. προέβλεπε εξαιρετικά εκτεταμένο περιορισμό της οθωμανικής επικράτειας. Ωστόσο, η τουρκική εθνικιστική αντίσταση υπό τον Μουσταφά Κεμάλ οδήγησε στην ανατροπή αυτών των σχεδίων και στην Συνθήκη της Λωζάννης του 1.923 μ.Χ,, με την οποία αναγνωρίστηκε το νέο τουρκικό κράτος.

Η διάλυση της Αυτοκρατορίας δεν ήταν, συνεπώς, αποτέλεσμα αποκλειστικά μιας δυτικής στρατιωτικής επιχείρησης. Ήταν το αποτέλεσμα της στρατιωτικής ήττας, των εσωτερικών αντιθέσεων, του εθνικισμού και της ανταγωνιστικής πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων.

Ωστόσο, η μεταπολεμική διαμόρφωση της Μέσης Ανατολής από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις δημιούργησε σύνορα και πολιτικές πραγματικότητες που επηρέασαν βαθιά την περιοχή για ολόκληρο τον επόμενο Αιώνα.

Το ιστορικό δίδαγμα είναι σαφές: η κατάρρευση μιας Αυτοκρατορικής εξουσίας μπορεί να δημιουργήσει νέα κράτη, αλλά δεν εγγυάται ότι αυτά θα αποκτήσουν αμέσως σταθερούς θεσμούς, εθνική συνοχή και ειρηνικές σχέσεις με τους γείτονές τους.

Με την Συμφωνία Σάικς-Πικό (1.916 μ.Χ.) και την Συνθήκη των Σεβρών (1.920 μ.Χ.), οι δυτικές αυτοκρατορίες επαναχάραξαν τα σύνορα της Μέσης Ανατολής χωρίς μέριμνα για τις ιστορικές, εθνοτικές ή θρησκευτικές ισορροπίες της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία τεχνητών κρατών, τα οποία ταλανίζονται από αστάθεια έως σήμερα.

Η Γιουγκοσλαβία και ο Πόλεμος του 1.999 μ.Χ. Η ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε την δεκαετία του 1.990 μ.Χ. μέσα από αιματηρούς εθνοτικούς πολέμους, με αποκορύφωμα την σύγκρουση στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Η δυτική στρατιωτική εμπλοκή κορυφώθηκε το 1.999 μ.Χ. με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά της Νέας Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Η επέμβαση αυτή σφράγισε τον οριστικό διαμελισμό του Γιουγκοσλαβικού χώρου σε μικρά εθνικά κράτη, ορισμένα από τα οποία παραμένουν ευάλωτα σε εσωτερικές εντάσεις.

Συγκεκριμένα η περίπτωση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας προσφέρει ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα για το πώς η πτώση ενός αυταρχικού συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε αιματηρό κατακερματισμό. Μετά τον θάνατο του Τίτο και την οικονομική εξασθένηση της χώρας, οι εθνικιστικές τάσεις ενισχύθηκαν.Γιουγκοσλαβία υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα πολυεθνικού κράτους που διαλύθηκε μέσα από συνδυασμό εσωτερικών αντιθέσεων και διεθνών παρεμβάσεων.

Η σοσιαλιστική ομοσπονδία, υπό την ηγεσία του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, περιλάμβανε έξι ομόσπονδες  δημοκρατίες και δύο αυτόνομες επαρχίες στην Σερβία. Η ενιαία πολιτική εξουσία και η προσωπική επιρροή του Τίτο διατηρούσαν σε μεγάλο βαθμό την ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων.

Μετά τον θάνατό του το 1.980 μ.Χ., όμως, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Η οικονομική κρίση, η ανεργία, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και η άνοδος του εθνικισμού αποδυνάμωσαν το ομοσπονδιακό σύστημα.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και η διεθνής αναδιάταξη μετά το 1.989 μ.Χ. επιτάχυναν τη διαδικασία. Οι πολιτικές ηγεσίες των επιμέρους δημοκρατιών άρχισαν να επιδιώκουν διαφορετικές μορφές ανεξαρτησίας ή κυριαρχίας. Οι πόλεμοι στην Σλοβενία, στην Κροατία και κυρίως στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη οδήγησαν σε τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, εθνοτικές εκκαθαρίσεις και μαζικό εκτοπισμό πληθυσμών.

Ο Πόλεμος της Βοσνίας (1.992 μ.Χ.-1.995 μ.Χ.) κατέδειξε πώς η συνύπαρξη διαφορετικών εθνοτήτων μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο γενοκτονίας όταν καταρρεύσει η κεντρική εξουσία. Η παρέμβαση του ΝΑΤΟ το 1.995 μ.Χ. καθόρισε το αποτέλεσμα, αλλά η χώρα παρέμεινε βαθιά διαιρεμένη.

Η Βοσνία αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν η διάλυση μιας ομοσπονδίας συνδυάζεται με ανταγωνιστικές εθνικιστικές διεκδικήσεις και εξωτερικές παρεμβάσεις. Η Συμφωνία του Ντέιτον το 1.995 μ.Χ. τερμάτισε τον πόλεμο, αλλά δημιούργησε ένα εξαιρετικά περίπλοκο πολιτικό σύστημα, με δύο βασικές οντότητες και θεσμούς που εξακολουθούν να δυσκολεύουν τη λειτουργία του κράτους. Η Σερβία, ως βασικό κέντρο της πρώην γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας, βρέθηκε στην συνέχεια αντιμέτωπη με την σύγκρουση στο Κόσοβο.

Η κρίση κορυφώθηκε το 1.999 μ.Χ. με τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο και τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς εναντίον της Νέας Γιουγκοσλαβίας (Σερβίας και Μαυροβουνίου) υπό την ηγεσία του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Η επιχείρηση αυτή οδήγησε στην de facto απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου και στην περαιτέρω συρρίκνωση του Σερβικού κράτους, επιβεβαιώνοντας ότι η Δυτική στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιήθηκε για την επιβολή νέων συνόρων με βάση την αυτοδιάθεση εθνοτικών ομάδων, διαλύοντας την παλαιά κρατική δομή.

Τον Μάρτιο του 1.999 μ.Χ., το ΝΑΤΟ ξεκίνησε αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Η στρατιωτική επιχείρηση διήρκεσε 78 ημέρες και ολοκληρώθηκε με την αποχώρηση των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων από το Κόσοβο και την εγκατάσταση διεθνούς στρατιωτικής και διοικητικής παρουσίας.

Το 2006 μ.Χ. το Μαυροβούνιο αποχώρησε από την ένωση με την Σερβία, ενώ το 2008 μ.Χ. το Κόσοβο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του, την οποία αναγνώρισαν οι ΗΠΑ και πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς όμως να την αναγνωρίζουν η Σερβία και αρκετά άλλα κράτη. Έτσι, η διάλυση της αρχικής Γιουγκοσλαβίας ολοκληρώθηκε μέσα από μια αλληλουχία πολιτικών κρίσεων, εμφύλιων πολέμων, διεθνών στρατιωτικών επιχειρήσεων και αποσχιστικών κινήσεων.

Χρειάζεται, ωστόσο, να επισημανθεί ότι ο πόλεμος δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από την Δύση. Οι εθνικιστικές ηγεσίες, οι διεκδικήσεις εδαφών, οι εσωτερικές αντιπαλότητες και οι εγκληματικές πράξεις των εμπλεκόμενων πλευρών είχαν καθοριστική σημασία. Η εξωτερική παρέμβαση επηρέασε αποφασιστικά την εξέλιξη και την τελική μορφή της διάλυσης.

Η Γιουγκοσλαβική εμπειρία αποδεικνύει ότι η αποδυνάμωση ενός πολυεθνικού κράτους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα προκύψουν μικρότερα και ειρηνικότερα κράτη. Μπορεί να οδηγήσει σε δεκαετίες εχθρότητας και σε μια διαρκή γεωπολιτική εκκρεμότητα.

Ιράκ, Λιβύη, Συρία και Υεμένη. Στον 21ο Αιώνα μ.Χ., οι επεμβάσεις και οι ανατροπές καθεστώτων στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική ακολούθησαν παρόμοια τροχιά: Ιράκ (2003 μ.Χ.): Η Αμερικανική εισβολή και η βίαιη αποσυναρμολόγηση του μπααθικού κράτους οδήγησαν σε αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, την άνοδο του ισλαμικού φονταμενταλισμού και τον ντε φάκτο διαμελισμό της χώρας σε Κουρδικές και Αραβικές (σουνιτικές/σιιτικές) ζώνες αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων.

Τα "Αποτυχημένα Κράτη". Η Αραβική Άνοιξη του 2011 μ.Χ., η οποία έτυχε ένθερμης υποστήριξης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άμεσης στρατιωτικής συνδρομής από την Δύση, οδήγησε σε παρόμοια αποτελέσματα:

Το Ιράκ: Η αμερικανική εισβολή του 2003 μ.Χ. και η καταστροφή της κρατικής συνοχής. Το Ιράκ αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της αποτυχίας μιας στρατιωτικής επέμβασης να δημιουργήσει σταθερό πολιτικό σύστημα μετά την ανατροπή μιας αυταρχικής κυβέρνησης.

Υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν, το Ιράκ ήταν ένα αυταρχικό κράτος με ισχυρό συγκεντρωτικό μηχανισμό, στρατό και υπηρεσίες ασφαλείας. Η εξουσία στηριζόταν κυρίως στο κόμμα Μπάαθ, ενώ οι σουνιτικές πολιτικές ελίτ είχαν δυσανάλογα σημαντική θέση στην κρατική διοίκηση.

Η Αμερικανική εισβολή του Μαρτίου 2003 μ.Χ., με την συμμετοχή της Βρετανίας και άλλων συμμάχων, οδήγησε στην ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι η επιχείρηση θα εξάλειφε τις υποτιθέμενες απειλές από όπλα μαζικής καταστροφής και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για ένα δημοκρατικό Ιράκ.

Ωστόσο, η επόμενη ημέρα αποδείχθηκε καταστροφική., Η Αμερικανική διοίκηση κατοχής προχώρησε στην απομάκρυνση στελεχών του Μπάαθ από το κράτος και στην διάλυση του Ιρακινού στρατού. Οι αποφάσεις αυτές άφησαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους χωρίς επαγγελματική προοπτική και αποδυνάμωσαν δραματικά την ικανότητα του κράτους να διατηρήσει την ασφάλεια.

Η εξουσία πέρασε σταδιακά σε ένα νέο πολιτικό σύστημα, στο οποίο οι θρησκευτικές και εθνοτικές ταυτότητες απέκτησαν κεντρικό ρόλο. Οι σιιτικές πολιτικές δυνάμεις ενισχύθηκαν, οι σουνιτικές κοινότητες αισθάνθηκαν περιθωριοποιημένες, ενώ οι Κούρδοι διατήρησαν σημαντική αυτονομία στον Βορρά.

Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην εξάπλωση της ένοπλης αντίστασης, στην εμφάνιση ισχυρών τρομοκρατικών οργανώσεων και τελικά στην άνοδο του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Το 2014 μ.Χ., το ISIS κατέλαβε την Μοσούλη και μεγάλες περιοχές του βόρειου και δυτικού Ιράκ, δημιουργώντας μια διασυνοριακή οντότητα που εκτεινόταν και στην Συρία.

Το Ιράκ δεν διαλύθηκε επισήμως, αλλά η κρατική του κυριαρχία κατακερματίστηκε στην πράξη. Η αυτόνομη κουρδική διοίκηση, οι ομοσπονδιακοί θεσμοί της Βαγδάτης, οι ένοπλες πολιτοφυλακές και η ισχυρή Ιρανική επιρροή διαμόρφωσαν μια σύνθετη πραγματικότητα.

Το παράδειγμα του Ιράκ αποδεικνύει ότι η ανατροπή ενός δικτατορικού ηγέτη δεν αρκεί για να δημιουργηθεί ένα λειτουργικό κράτος. Αν καταστραφούν ταυτόχρονα οι μηχανισμοί διοίκησης, ασφάλειας και κρατικής συνέχειας, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η δημιουργία μιας χώρας με πολλαπλά κέντρα εξουσίας.

Η Αμερικανική επέμβαση του 2003 μ.Χ. δεν δημιούργησε από μόνη της όλες τις εσωτερικές αντιθέσεις του Ιράκ. Τις ενίσχυσε, όμως, μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, με συνέπειες που συνεχίζουν να επηρεάζουν την Μέση Ανατολή.

Λιβύη (2011 μ.Χ.): Η στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ και η ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι μετέτρεψαν την χώρα σε αποδιοργανωμένο κράτος, διασπασμένο μεταξύ rival κυβερνήσεων σε Τρίπολη και Βεγγάζη, με παράλληλη άνθηση των δικτύων διακίνησης ανθρώπων.

Η πτώση του Καντάφι και η δημιουργία ενός κράτους χωρίς ενιαία εξουσία. Η Λιβύη αποτελεί διαφορετικό, αλλά εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Μουαμάρ Καντάφι κυβέρνησε την χώρα από το 1.969 μ.Χ. έως το 2011 μ.Χ.

Το πολιτικό του σύστημα ήταν αυταρχικό, με περιορισμένη θεσμική αυτονομία, προσωπική συγκέντρωση εξουσίας και εξάρτηση από ένα δίκτυο φυλετικών, στρατιωτικών και πολιτικών συμμαχιών. Κατά την Αραβική Άνοιξη του 2011 μ.Χ., η εξέγερση εναντίον του καθεστώτος εξελίχθηκε γρήγορα σε ένοπλη σύγκρουση.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε την Απόφαση 1.973 μ.Χ., η οποία επέτρεψε την χρήση στρατιωτικής βίας για την προστασία των αμάχων και την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων. Το ΝΑΤΟ ανέλαβε την αεροπορική επιχείρηση, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στη στρατιωτική ήττα των δυνάμεων του Καντάφι.

Ο Λίβυος ηγέτης σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 2011 μ.Χ. Ωστόσο, η απομάκρυνσή του δεν συνοδεύτηκε από την δημιουργία ενός ισχυρού και ενιαίου κρατικού μηχανισμού. Οι ένοπλες ομάδες που είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση διατήρησαν τα όπλα τους και διεκδίκησαν πολιτική και στρατιωτική εξουσία.

Η χώρα οδηγήθηκε σε νέους εμφύλιους πολέμους, με ανταγωνιστικές κυβερνήσεις και ένοπλες δυνάμεις. Η Τρίπολη και η Ανατολική Λιβύη εξελίχθηκαν σε διαφορετικά κέντρα πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος.

Η Τουρκία, η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ρωσία και άλλοι εξωτερικοί παράγοντες υποστήριξαν διαφορετικές πλευρές σε διάφορες φάσεις της σύγκρουσης. Η Λιβύη παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η εξωτερική στρατιωτική επέμβαση μπορεί να συμβάλει στην πτώση ενός καθεστώτος χωρίς να εξασφαλίζει την επόμενη πολιτική ημέρα.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν μια σταθερή δημοκρατία, αλλά ένα κράτος με ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, ένοπλες οργανώσεις, αμφισβητούμενη κυριαρχία και σημαντικές δυσκολίες στην εκμετάλλευση του πετρελαϊκού του πλούτου.

Η περίπτωση της Λιβύης είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ευρώπη, καθώς η παρατεταμένη αστάθεια στη χώρα συνδέεται με δίκτυα διακίνησης ανθρώπων, παράνομη διακίνηση όπλων και μεταναστευτικές διαδρομές προς τη Μεσόγειο.

Συρία και Υεμένη: Οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων (proxy wars) αποσύνθεσαν την κρατική ισχύ. Η Συρία παραμένει κατακερματισμένη σε ζώνες ελέγχου (κυβερνητική, Κουρδική, ανταρτική/τουρκική), ενώ η Υεμένη υπέστη ανθρωπιστική καταστροφή και ντε φάκτο διαμελισμό μεταξύ των Χούθι και της αναγνωρισμένης κυβέρνησης.

Η Συρία: Η πτώση του Άσαντ και η αβέβαιη επόμενη ημέρα. Η Συρία αποτέλεσε ένα από τα πιο σύνθετα πεδία διεθνούς ανταγωνισμού του 21ου Αιώνα μ.Χ. Η εξέγερση που ξεκίνησε το 2011 μ.Χ. εναντίον του Μπασάρ αλ Άσαντ εξελίχθηκε σε πολυετή εμφύλιο πόλεμο, στον οποίο συμμετείχαν δεκάδες ένοπλες οργανώσεις και πολλές ξένες δυνάμεις.

Η Ρωσία και το Ιράν υποστήριξαν στρατιωτικά την κυβέρνηση Άσαντ, ενώ η Τουρκία υποστήριξε διάφορες ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης. Οι ΗΠΑ και Ευρωπαϊκές χώρες είχαν διαφορετικές μορφές εμπλοκής, ενώ η Αμερικανική στρατιωτική παρουσία επικεντρώθηκε σε σημαντικό βαθμό στην αντιμετώπιση του ISIS και στην συνεργασία με τις Κουρδικές δυνάμεις.

Το Ισραήλ πραγματοποίησε επίσης επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον στόχων που συνδέονταν με το Ιράν και την Χεζμπολάχ. Τον Δεκέμβριο του 2024 μ.Χ., η κυβέρνηση Άσαντ κατέρρευσε και ο ίδιος εγκατέλειψε την χώρα. Η ανατροπή του έπειτα από δεκατρία χρόνια πολέμου αποτέλεσε ιστορική καμπή. Ωστόσο, η πτώση του καθεστώτος δεν σήμαινε ότι εξαφανίστηκαν οι αιτίες της Συριακής κρίσης.

Η νέα μεταβατική εξουσία υπό τον ισλαμιστή Αχμέντ αλ Σαράα κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο: την ενοποίηση των ένοπλων ομάδων, την αποκατάσταση της κρατικής διοίκησης, την προστασία των θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων και την αποκατάσταση της οικονομίας.

Μέχρι το φθινόπωρο του 2026 μ.Χ., η κατάσταση εξακολουθεί να είναι εύθραυστη. Οι Κούρδοι, οι Δρούζοι και άλλες κοινότητες διατηρούν ιδιαίτερες πολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις, ενώ η ενοποίηση των ενόπλων δυνάμεων δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως. Η Συρία αποτελεί επομένως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους που κινδυνεύει να παραμείνει πολιτικά κατακερματισμένο ακόμη και μετά την πτώση της παλιάς κυβέρνησης.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η νέα κυβέρνηση θα κατορθώσει να δημιουργήσει ένα κράτος στο οποίο όλες οι κοινότητες θα αισθάνονται ασφαλείς και θα έχουν πολιτική εκπροσώπηση. Διαφορετικά, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε νέες εσωτερικές συγκρούσεις ή σε ένα μοντέλο έμμεσης διαίρεσης.

Η Υεμένη: Ένα κράτος διαιρεμένο ανάμεσα σε αντίπαλες δυνάμεις. Η Υεμένη αποτελεί μια ακόμη περίπτωση όπου η εσωτερική πολιτική κρίση μετατράπηκε σε περιφερειακό και διεθνές πρόβλημα. Η χώρα βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με σοβαρές πολιτικές και οικονομικές δυσκολίες μετά την αποχώρηση του Αλί Αμπντάλα Σάλεχ από την εξουσία το 2012 μ.Χ.

Το 2014 μ.Χ. οι Χούθι κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά και ανέτρεψαν ουσιαστικά την κεντρική κυβέρνηση. Το 2015 μ.Χ., η Σαουδική Αραβία ηγήθηκε στρατιωτικού συνασπισμού για να υποστηρίξει την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση.

Η στρατιωτική επέμβαση υποστηρίχθηκε σε διάφορες μορφές από δυτικές χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Η σύγκρουση μετατράπηκε σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο, με καταστροφικές ανθρωπιστικές συνέπειες.

Παράλληλα, η νότια Υεμένη απέκτησε ισχυρό αποσχιστικό κίνημα, το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο, το οποίο υποστηρίχθηκε από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και επιδίωκε την ανεξαρτησία του Νότου. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, παρότι αρχικά συμμετείχαν στον ίδιο στρατιωτικό συνασπισμό, υποστήριξαν διαφορετικές τοπικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις.

Το 2026 μ.Χ. η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή. Οι πολιτικές ανακατατάξεις στον νότο, η αποδυνάμωση του Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου και η αναζωπύρωση των συγκρούσεων με τους Χούθι ενίσχυσαν τον κίνδυνο νέας διάσπασης.

Η Υεμένη αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένας πόλεμος που ξεκινά με στόχο την αποκατάσταση μιας κυβέρνησης μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερο κατακερματισμό της χώρας. Δεν είναι απλώς μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο παρατάξεις. Είναι ένας συνδυασμός περιφερειακών ανταγωνισμών, τοπικών αποσχιστικών κινημάτων, θρησκευτικών και πολιτικών αντιθέσεων και ξένων στρατιωτικών παρεμβάσεων.

Το Ιράκ και το Δόγμα του "Regime Change", Η εισβολή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Ιράκ το 2003 μ.Χ., με σκοπό την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, αποτελεί την πιο ξεκάθαρη εφαρμογή της πολιτικής της βίαιης αλλαγής καθεστώτος.

Η διάλυση του ιρακινού στρατού και των κρατικών θεσμών από την Αμερικανική διοίκηση δημιούργησε ένα απόλυτο χάος. Το κράτος διασπάστηκε de facto σε τρεις ζώνες επιρροής: Την Κουρδική στον Βορρά (η οποία απέκτησε ευρεία αυτονομία), την σιιτική στον Νότο και την εχθρική σουνιτική στο κέντρο. Το κενό εξουσίας επέτρεψε την ανάδυση τρομοκρατικών οργανώσεων όπως το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και μετέτρεψε την χώρα σε πεδίο δοκιμασίας για τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ιράν.

Η Απειλή Νέων Καταρρεύσεων: Ιράν, Τουρκία, Ουκρανία. Η δυναμική της εσωτερικής αποσταθεροποίησης και των εξωτερικών πιέσεων απειλεί εκ νέου κομβικά κράτη της ευρύτερης περιοχής

Ιράν. Το Ιράν αποτελεί ένα πολυεθνικό μωσαϊκό (Πέρσες, Αζέροι, Κούρδοι, Βαλούχοι, Άραβες του Χουζεστάν). Μια άμεση, γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσε να στοχεύσει όχι μόνο στην ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος, αλλά και να πυροδοτήσει αποσχιστικά κινήματα στις παραμεθόριες περιοχές, οδηγώντας σε επικίνδυνο Βαλκανισμό της χώρας.

Η Απειλή της Εσωτερικής Έκρηξης. Το Ιράν αποτελεί μια θεοκρατική, αυταρχική δομή που κυβερνάται από ένα περίπλοκο σύστημα κληρικών και των Φρουρών της Επανάστασης. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια κρύβεται ένα μωσαϊκό εθνοτήτων (Πέρσες, Αζέροι, Κούρδοι, Μπαλούχοι, Άραβες).

Ένας πλήρης πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, που θα στόχευε στις πυρηνικές και στρατιωτικές του υποδομές, θα μπορούσε να αποκεφαλίσει την κεντρική ηγεσία στην Τεχεράνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εθνοτικές μειονότητες στις παραμεθόριες περιοχές (όπως το Κουρδιστάν ή το Μπαλουχιστάν) είναι πιθανό να εξεγερθούν, οδηγώντας σε άμεσο κίνδυνο διάσπασης και μετατρέποντας το Ιράν σε μια τεράστια «Συρία» στην καρδιά της Ευρασίας.

Μπορεί ένας ολοκληρωτικός πόλεμος με ΗΠΑ και Ισραήλ να οδηγήσει στην διάλυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας; Το Ιράν αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες πιθανές εστίες μιας νέας μεγάλης γεωπολιτικής ανατροπής.

Η Ισλαμική Δημοκρατία διαθέτει ένα συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα, ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας, τους Φρουρούς της Επανάστασης, σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και ένα σύνθετο δίκτυο περιφερειακών συμμάχων. Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, διεθνείς κυρώσεις, κοινωνική δυσαρέσκεια και πολιτικές αντιθέσεις.

Στις 28 Φεβρουαρίου 2026 μ.Χ., οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν, στοχοποιώντας μεταξύ άλλων στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η σύγκρουση επεκτάθηκε στην περιοχή, ενώ η Τεχεράνη προχώρησε σε αντίποινα και απείλησε την ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Ακολούθησαν προσπάθειες κατάπαυσης του πυρός και συμφωνία τον Ιούνιο, η οποία όμως κατέρρευσε. Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2026 μ.Χ. η σύγκρουση εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή περιφερειακή απειλή, με περιορισμένες στρατιωτικές ανταλλαγές και διπλωματικές προσπάθειες χωρίς οριστική συμφωνία.  Η προοπτική μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης δεν είναι πλέον απλώς θεωρητική.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Associated Press στις 29 Οκτωβρίου 2026 μ.Χ., Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν προειδοποιήσει συμμάχους στην Μέση Ανατολή να προετοιμαστούν για πιθανές νέες επιθέσεις εναντίον του Ιράν μετά τις Αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει λάβει οριστική απόφαση, ενώ η Τεχεράνη εμφανίζεται να επιδιώκει διπλωματική διευθέτηση υπό συγκεκριμένους όρους.  Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν ένας νέος πόλεμος μετατραπεί σε ολοκληρωμένη στρατιωτική σύγκρουση. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει τέσσερις βασικές συνέπειες:

Πρώτον: Αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας. Εάν καταστραφούν σημαντικές στρατιωτικές υποδομές, αποδυναμωθούν οι Φρουροί της Επανάστασης και διαταραχθεί η λειτουργία της κρατικής διοίκησης, θα μπορούσε να δημιουργηθεί σοβαρό κενό εξουσίας.

Η αποδυνάμωση της κεντρικής κυβέρνησης δεν θα σήμαινε απαραίτητα την εγκαθίδρυση μιας φιλοδυτικής δημοκρατίας. Θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτικά και στρατιωτικά κέντρα.

Δεύτερον: Ενεργοποίηση εθνοτικών και περιφερειακών αντιθέσεων. Το Ιράν είναι πολυεθνοτικό κράτος. Εκτός από τους Πέρσες, περιλαμβάνει σημαντικούς πληθυσμούς Αζέρων, Κούρδων, Αράβων, Βαλούχων και άλλων κοινοτήτων. Σε συνθήκες κρατικής αποσύνθεσης, ορισμένες από αυτές τις περιοχές θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερες αυτονομιστικές ή αποσχιστικές τάσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί επιθυμούν συνολικά την απόσχιση. Οι πολιτικές τους επιδιώξεις διαφέρουν και πολλές κοινότητες υποστηρίζουν την ενότητα της χώρας. Ωστόσο, μια παρατεταμένη πολεμική κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει τοπικές ένοπλες οργανώσεις και να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις στα σύνορα του Ιράν.

Τρίτον: Επέκταση της σύγκρουσης σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή. Ένας ολοκληρωτικός πόλεμος θα μπορούσε να εμπλέξει περισσότερο το Ιράκ, τον Λίβανο, την Συρία, την Υεμένη και τα κράτη του Περσικού Κόλπου. Οι επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, εμπορικών πλοίων και στρατιωτικών βάσεων θα δημιουργούσαν ένα περιβάλλον περιφερειακής αστάθειας.

Τέτατον: Κίνδυνος κρατικής διάσπασης. Η διάλυση του Ιράν δεν είναι αναπόφευκτη. Αντίθετα, διαθέτει ισχυρή ιστορική ταυτότητα, εθνική συνοχή σε σημαντικό μέρος του πληθυσμού και κρατικές δομές που δεν πρέπει να υποτιμηθούν.

Ωστόσο, εάν συνδυαστούν στρατιωτική ήττα, εσωτερική εξέγερση, οικονομική κατάρρευση και ανταγωνισμός ένοπλων οργανώσεων, η πιθανότητα μιας περιόδου εσωτερικού κατακερματισμού θα αυξηθεί σημαντικά.

Το Ιράν θα μπορούσε επομένως να εξελιχθεί σε μια νέα περίπτωση όπου η προσπάθεια εξωτερικής ανατροπής ενός αυταρχικού καθεστώτος θα δημιουργήσει προβλήματα πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που αρχικά επιδιωκόταν να επιλυθούν.

Τουρκία: Η Εύθραυστη Ισορροπία του Αναθεωρητισμού. Η Τουρκία, υπό το Προεδρικό σύστημα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει υιοθετήσει ένα αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης με έντονα εθνικιστικά και αναθεωρητικά χαρακτηριστικά. Η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά δομικά προβλήματα, με κυριότερο το Κουρδικό ζήτημα στα Νοτιοανατολικά της σύνορα.

Οποιαδήποτε σοβαρή γεωπολιτική εμπλοκή της Τουρκίας σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο, σε συνδυασμό με την οικονομική αστάθεια, θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις αποσχιστικές τάσεις του κουρδικού πληθυσμού, απειλώντας την ίδια την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Τουρκία. Παρά την στρατιωτική της ισχύ, η Τουρκία αντιμετωπίζει δομικές εσωτερικές εντάσεις. Το Κουρδικό ζήτημα, σε συνδυασμό με την οικονομική ευαλωτότητα και τις οξείες πολιτικές διαιρέσεις, δημιουργεί κινδύνους αποσταθεροποίησης, ιδίως εάν οι περιφερειακές συγκρούσεις στην Συρία και το Ιράκ διαχυθούν στο εσωτερικό της.

Η Τουρκία: Μπορεί να επαναληφθεί το ιστορικό προηγούμενο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Η Τουρκία αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς είναι το σύγχρονο κράτος που προέκυψε από την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Διαθέτει ισχυρό στρατό, σημαντική γεωγραφική θέση, μεγάλη πληθυσμιακή βάση και κεντρικό ρόλο στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, αντιμετωπίζει εσωτερικές πολιτικές αντιθέσεις, οικονομικές δυσκολίες, το κουρδικό ζήτημα και σύνθετες σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ρωσία και την Μέση Ανατολή.

Η τουρκική γεωπολιτική θέση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη εξαιτίας της γειτνίασης με την Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και τον Καύκασο. Εάν το Ιράν αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω, η Τουρκία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες:

1. Ενίσχυση της δραστηριότητας κουρδικών ένοπλων οργανώσεων στην ευρύτερη περιοχή.

2. Νέα μεταναστευτικά κύματα από το Ιράν.

3. Αύξηση της στρατηγικής αντιπαράθεσης με το Ισραήλ.

4. Μεγαλύτερη πίεση στα Ανατολικά σύνορα.

5. Ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων με τις ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις για τον έλεγχο των εξελίξεων στη Συρία και στο Ιράκ.

Το κουρδικό ζήτημα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας της Τουρκίας. Οι Κουρδικοί πληθυσμοί βρίσκονται σε τέσσερα κράτη: Τουρκία, Ιράκ, Συρία και Ιράν. Μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση της περιοχής θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για κουρδικά κινήματα που επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία ή ανεξαρτησία.

Ωστόσο, θα ήταν λανθασμένο να θεωρήσουμε ότι η Τουρκία βρίσκεται ήδη κοντά στη διάλυση ή ότι η εμφάνιση ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους είναι αναπόφευκτη. Η Τουρκία διαθέτει πολύ ισχυρότερες κρατικές και στρατιωτικές δομές από εκείνες που διέθεταν η Λιβύη ή η Υεμένη πριν από τις καταρρεύσεις τους.

Παρά ταύτα, εάν ένας μεγάλος περιφερειακός πόλεμος συνδυαστεί με βαθιά οικονομική κρίση, πολιτική αποσταθεροποίηση και ένοπλες συγκρούσεις στα σύνορά της, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια από τις σοβαρότερες κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της.

Η ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπενθυμίζει ότι ακόμη και μεγάλα κράτη με σημαντική στρατιωτική ισχύ δεν είναι απρόσβλητα από την διάλυση. Δεν αποτελεί όμως από μόνη της πρόβλεψη για το μέλλον της Τουρκίας.

Ουκρανία. Η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την απώλεια εδαφών και την ολοκληρωτική καταστροφή των υποδομών της. Η εξάρτησή της από την Δυτική βοήθεια την καθιστά ευάλωτη σε πιθανές αλλαγές στρατηγικής των ΗΠΑ, με υπαρκτό τον κίνδυνο οριστικού διαμελισμού ή μετατροπής της σε μια συρρικνωμένη, οικονομικά κατεστραμμένη οντότητα.

Αν και η Ουκρανία δεν ανήκει στην κατηγορία των αυταρχικών κρατών που επιτέθηκαν στην Δύση, η εσωτερική της πολιτική και η γεωγραφική της θέση τη μετέτρεψαν σε πεδίο σύγκρουσης.  Η χώρα βιώνει ήδη μια de facto εδαφική διάσπαση, με σημαντικά τμήματα στα ανατολικά και νότια να τελούν υπό ρωσική κατοχή.

Η βιωσιμότητα του ουκρανικού κράτους εξαρτάται απόλυτα από την Δυτική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Εάν αυτή η βοήθεια διακοπεί, η χώρα κινδυνεύει με πλήρη κατάρρευση της οικονομίας της και περαιτέρω εδαφικό ακρωτηριασμό, οδηγώντας σε μια μόνιμα ακρωτηριασμένη και ασταθή.

Ο κίνδυνος εγκατάλειψης από τις ΗΠΑ και η πιθανότητα μιας νέας γεωπολιτικής διαίρεσης. Η Ουκρανία αποτελεί το δεύτερο μεγάλο μέτωπο που μπορεί να επηρεαστεί άμεσα από τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή.

Από την Ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 μ.Χ., η χώρα βρίσκεται σε έναν πόλεμο που έχει προκαλέσει τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, καταστροφή υποδομών, οικονομική εξάντληση και μαζικό εκτοπισμό πληθυσμών.

Η αμερικανική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια έχει αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της ουκρανικής αντίστασης. Ωστόσο, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ και η προσπάθειά του να αλλάξει την στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Ρωσία δημιούργησαν νέες αβεβαιότητες.

Εάν η σύγκρουση με το Ιράν κλιμακωθεί, η Αμερικανική κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: πόρους, στρατιωτικά μέσα και διπλωματική προσοχή στην Μέση Ανατολή ή συνέχιση της ίδιας έκτασης υποστήριξης προς την Ουκρανία;

Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή απαιτεί αεροπορικά μέσα, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, πυραύλους αναχαίτισης, πολεμικά πλοία, πληροφορίες και τεράστιες οικονομικές δαπάνες.

Σε περίπτωση παρατεταμένου πολέμου, η προσοχή της Αμερικανικής κυβέρνησης θα μπορούσε να μετατοπιστεί ακόμη περισσότερο προς την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Η εγκατάλειψη της Ουκρανίας δεν αποτελεί βεβαιότητα. Ωστόσο, η μείωση της αμερικανικής υποστήριξης θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές στρατιωτικές και πολιτικές συνέπειες.

Οι ευρωπαϊκές χώρες θα αναγκάζονταν να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών και οικονομικών αναγκών του Κιέβου, κάτι που θα απαιτούσε τεράστιους πόρους σε μια περίοδο κατά την οποία η ίδια η Ευρώπη αντιμετωπίζει οικονομικές και πολιτικές πιέσεις. Το ενδεχόμενο μιας διαιρεμένης Ουκρανίας Ένα πιθανό αποτέλεσμα ενός παρατεταμένου πολέμου θα μπορούσε να είναι η de facto διαίρεση της χώρας.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

- Περιοχές υπό τον έλεγχο της Ρωσίας.

- Περιοχές που θα παραμείνουν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης του Κιέβου.

- Μια ενδεχόμενη παγωμένη γραμμή αντιπαράθεσης.

- Ειδικές ρυθμίσεις για περιοχές που θα αποτελέσουν αντικείμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων.

Αυτό δεν θα σήμαινε κατ' ανάγκη την διεθνώς αναγνωρισμένη διάλυση της Ουκρανίας. Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει μια κατάσταση ανάλογη με άλλες παρατεταμένες εδαφικές συγκρούσεις, όπου ένα κράτος εξακολουθεί να υφίσταται νομικά, αλλά δεν ασκεί κυριαρχία σε ολόκληρη την επικράτειά του.

Οι εκτιμήσεις για το 2026 μ.Χ. παραμένουν ανησυχητικές για την Ουκρανία. Η ανθρωπιστική οργάνωση ACAPS θεωρεί πιθανότερο σενάριο την συνέχιση ενός πολέμου φθοράς, ενώ εξετάζει και το ενδεχόμενο σημαντικής Ρωσικής προέλασης εάν συνδυαστούν η αποδυνάμωση των ουκρανικών αμυντικών δυνατοτήτων και η διακοπή της εξωτερικής υποστήριξης.

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι η Ουκρανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την συνέχιση της διεθνούς στρατιωτικής υποστήριξης. Εάν αυτή περιοριστεί σημαντικά, η διαπραγματευτική της θέση θα μπορούσε να επιδεινωθεί.

Η ιστορική αναλογία με την ομιλία του Μπους το 1.991 μ.Χ. δεν είναι απόλυτη, αλλά είναι πολιτικά ενδιαφέρουσα: όπως τότε οι ΗΠΑ έδωσαν προτεραιότητα στην διατήρηση μιας ελεγχόμενης μετάβασης στην Σοβιετική Ένωση αντί της άμεσης υποστήριξης της ουκρανικής ανεξαρτησίας, έτσι και σήμερα θα μπορούσαν να επιλέξουν μια διαφορετική στρατηγική εάν θεωρήσουν ότι η Μέση Ανατολή αποτελεί σημαντικότερη προτεραιότητα. Η Ουάσιγκτον δεν είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει όλα τα μέτωπα με την ίδια ένταση.

Η ιστορική αναδρομή αποκαλύπτει μια σταθερή τάση της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: την ιεράρχηση των γεωπολιτικών προτεραιοτήτων με βάση τα άμεσα συμφέροντα της Ουάσινγκτον, συχνά εις βάρος περιφερειακών συμμάχων.

Το Προηγούμενο του 1.991 μ.Χ. (Τζορτζ Μπους ο Πρεσβύτερος), Τον Αύγουστο του 1.991 μ.Χ., λίγο μετά τον Α΄ Πόλεμο του Κόλπου κατά του Ιράκ, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο Πρεσβύτερος εκφώνησε στο Κίεβο την διαβόητη ομιλία που έμεινε στην ιστορία ως "Chicken Kiev speech".

Σε αυτήν, προέτρεψε τους Ουκρανούς να μην επιδιώξουν μια αυτοκαταστροφική ανεξαρτησία βασισμένη στον «αυτοκτονικό εθνικισμό» και τους κάλεσε να στηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για την διατήρηση μιας σταθερής Σοβιετικής Ένωσης. Η Ουάσιγκτον φοβόταν τότε το χάος μιας ανεξέλεγκτης διάλυσης μιας πυρηνικής δύναμης.

Ο Μπους προειδοποίησε τους Ουκρανούς κατά του «αυτοκτονικού εθνικισμού» και τους παρότρυνε να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για την διατήρηση μιας ανανεωμένης Σοβιετικής Ένωσης. Η Ουάσινγκτον φοβόταν τότε το χάος και την ανεξέλεγκτη διασπορά του πυρηνικού οπλοστασίου της ΕΣΣΔ.

8. Το ιστορικό προηγούμενο του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου: Η Ουκρανία και η προτεραιότητα της διατήρησης της Σοβιετικής Ένωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των ΗΠΑ απέναντι στο ουκρανικό εθνικό κίνημα το 1.991 μ.Χ., λίγους μήνες μετά τον Α΄ Πόλεμο του Κόλπου.

Την 1η Αυγούστου 1.991 μ.Χ., ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος επισκέφθηκε το Κίεβο, όταν η Ουκρανία αποτελούσε ακόμη σοβιετική δημοκρατία. Εκεί εκφώνησε μια ομιλία που έμεινε γνωστή ως Chicken Kiev Speech.

Ο Μπους υποστήριξε την πολιτική μετάβαση της Σοβιετικής Ένωσης προς μια χαλαρότερη ομοσπονδιακή ή συνομοσπονδιακή μορφή, υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Παράλληλα, προειδοποίησε τους Ουκρανούς πολιτικούς να μην ακολουθήσουν μια πορεία ανεξαρτησίας που, κατά την άποψή του, θα μπορούσε να οδηγήσει σε απομόνωση και αποσταθεροποίηση.

Η Αμερικανική κυβέρνηση εκείνης της περιόδου δεν επιθυμούσε την ανεξέλεγκτη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ιδιαίτερα λόγω των πυρηνικών όπλων, της στρατηγικής ισορροπίας και του κινδύνου πολιτικού χάους.

Η ομιλία αυτή αποδεικνύει κάτι σημαντικό: οι ΗΠΑ δεν υποστηρίζουν πάντοτε την ανεξαρτησία των εθνικιστικών κινημάτων ή τη διάλυση μεγάλων κρατικών οντοτήτων. Η στάση τους εξαρτάται από τα στρατηγικά συμφέροντα και τις προτεραιότητες της εκάστοτε αμερικανικής κυβέρνησης.

Αυτό το ιστορικό προηγούμενο μπορεί να αποτελέσει βάση για μια σύγχρονη γεωπολιτική υπόθεση. Εάν η Ουάσιγκτον βρεθεί αντιμέτωπη με έναν παρατεταμένο και ιδιαίτερα δαπανηρό πόλεμο με το Ιράν, ενδέχεται να αναθεωρήσει τις προτεραιότητές της στην Ουκρανία.

Δεν θα ήταν πρωτοφανές για τις ΗΠΑ να περιορίσουν την στήριξη προς έναν σύμμαχο ή εταίρο όταν θεωρούν ότι ένα άλλο μέτωπο έχει μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Η ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δείχνει ότι οι δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον δεν είναι πάντοτε ανεξάρτητες από τις μεταβολές του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.

Η Σύγχρονη Παράλληλος. Στο σύγχρονο γεωπολιτικό σκηνικό, μια κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Μέση Ανατολή (π.χ. ένας ολοκληρωτικός πόλεμος ΗΠΑ/Ισραήλ με το Ιράν) θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη μετατόπιση των Αμερικανικών πόρων και της διπλωματικής προσοχής. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη προς την Ουκρανία ενδέχεται να περιοριστεί δραστικά, αναγκάζοντας το Κίεβο να αποδεχθεί επώδυνες παραχωρήσεις.

Η Στρατηγική Τραμπ: Μέση Ανατολή έναντι Ουκρανίας. Στο σύγχρονο γεωπολιτικό σκηνικό, μια ανάλογη μεταστροφή είναι εξαιρετικά πιθανή. Εάν ξεσπάσει ένας ολοκληρωτικός πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, οι αμερικανικοί πόροι, η στρατιωτική προσοχή και το πολιτικό κεφάλαιο θα απορροφηθούν πλήρως από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής.

Υπό την διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία παραδοσιακά διάκειται σκεπτικά απέναντι στην πολυετή χρηματοδότηση του Κιέβου και δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια του Ισραήλ, οι ΗΠΑ ενδέχεται να εγκαταλείψουν πλήρως την Ουκρανία.

Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να πιέσει για μια άμεση παγωμένη σύγκρουση (frozen conflict) στις υπάρχουσες γραμμές του μετώπου, αφήνοντας την Ουκρανία εκτεθειμένη, προκειμένου να επικεντρωθεί στην εξάρθρωση του Ιρανικού άξονα.

Παγκόσμια Οικονομική Κρίση. Ενέργεια: Μια σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα προκαλούσαν ακαριαία εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, πυροδοτώντας νέο γύρο πληθωρισμού.

Ένας πόλεμος στο Ιράν θα σήμαινε το άμεσο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Αυτό θα οδηγούσε σε μια δραματική, εκρηκτική αύξηση στις τιμές των καυσίμων διεθνώς.

Οι οικονομικές συνέπειες: Ενέργεια, τρόφιμα, φάρμακα και λιπάσματα σε έναν κόσμο πολέμου. Η ταυτόχρονη κλιμάκωση των συγκρούσεων στην Ουκρανία και στην Μέση Ανατολή θα μπορούσε να προκαλέσει μια από τις μεγαλύτερες διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες των τελευταίων δεκαετιών. Η οικονομική επίπτωση δεν θα περιοριζόταν στις χώρες που συμμετέχουν άμεσα στους πολέμους. Θα επηρέαζε την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Α. Πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη. Από εκεί διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων ενεργειακών προϊόντων. Ένας παρατεταμένος αποκλεισμός ή σοβαρός περιορισμός της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να προκαλέσει:

- Μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου.

- Αύξηση των τιμών φυσικού αερίου.

- Ακριβότερα καύσιμα για μεταφορές και βιομηχανία.

- Μεγαλύτερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

- Νέες πληθωριστικές πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Το 2026 μ.Χ. οι επιπτώσεις δεν αποτελούν απλώς θεωρητική εκτίμηση. Η UNCTAD έχει καταγράψει σημαντική μείωση της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών του Ορμούζ, με σοβαρές συνέπειες στο διεθνές εμπόριο και στις τιμές ενέργειας.

Β. Λιπάσματα και αγροτική παραγωγή, Ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα αλλά σημαντικότερα προβλήματα αφορά τα λιπάσματα. Η περιοχή του Περσικού Κόλπου έχει κεντρικό ρόλο στην παραγωγή και εξαγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, ενώ η παραγωγή τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο. Εάν οι εξαγωγές περιοριστούν, οι αγρότες σε πολλές χώρες θα αντιμετωπίσουν υψηλότερο κόστος παραγωγής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε:

- Μείωση της χρήσης λιπασμάτων.

- Μειωμένες γεωργικές αποδόσεις.

- Αύξηση των τιμών των δημητριακών.

- Μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές.

- Επιδείνωση της επισιτιστικής ανασφάλειας σε φτωχότερες χώρες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο FAO έχουν ήδη επισημάνει τις σοβαρές επιπτώσεις της σύγκρουσης στις διεθνείς αγορές λιπασμάτων και στα αγροδιατροφικά συστήματα.

Εφοδιαστικές Αλυσίδες: Η διαταραχή στην παραγωγή και διακίνηση βασικών αγαθών—όπως τα σιτηρά από την Μαύρη Θάλασσα και τα λιπάσματα—θα απειλούσε την επισιτιστική ασφάλεια σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία.

Η διαταραχή των θαλάσσιων μεταφορών δεν αφορά μόνο τα καύσιμα Η αύξηση του κόστους των μεταφορών, των ασφαλίστρων και των πρώτων υλών μπορεί να επιβαρύνει την διακίνηση τροφίμων, φαρμάκων, ιατρικού εξοπλισμού και βιομηχανικών προϊόντων. Δεν σημαίνει ότι θα σταματήσει αυτομάτως άμεσα όλη η διακίνηση όλων αυτών των αγαθών. Οι διεθνείς αγορές διαθέτουν εναλλακτικές διαδρομές, αποθέματα και διαφορετικούς προμηθευτές.

Ωστόσο, σε περίπτωση ταυτόχρονης κλιμάκωσης πολλών πολέμων, οι εναλλακτικές αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν ανεπαρκείς ή πολύ ακριβότερες. Η Ευρώπη, η οποία έχει ήδη βιώσει μεγάλες ενεργειακές και εμπορικές αναταράξεις εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, θα αντιμετώπιζε μια νέα δοκιμασία.

Η ταυτόχρονη κατάρρευση του μετώπου στην Ουκρανία και η ανάφλεξη στο Ιράν θα πυροδοτούσαν ανθρωπιστικές προσφυγικές ροές ιστορικών διαστάσεων. Εκατομμύρια Ουκρανοί πολίτες θα αναζητούσαν μόνιμο καταφύγιο βαθύτερα στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, λόγω της κατάρρευσης των υποδομών της χώρας τους.

Ταυτόχρονα, εκατομμύρια Ιρανοί (καθώς και πληθυσμοί από γειτονικές χώρες που θα επηρεάζονταν από την σύγκρουση) θα κινούνταν μέσω των δικτύων της Μέσης Ανατολής και της Τουρκίας προς τα Ευρωπαϊκά σύνορα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ήδη δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις υπάρχουσες ροές, θα ερχόταν αντιμέτωπη με κοινωνική και διοικητική παράλυση.

Τυχόν κατάρρευση του Ιράν ή περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης στην Ουκρανία θα πυροδοτήσει μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Η Ε.Ε. θα βρεθεί αντιμέτωπη με πιέσεις που θα ξεπερνούν τις προσφυγικές ροές του 2015 μ.Χ., δοκιμάζοντας τα όρια των κοινωνικών και οικονομικών υποδομών των κρατών-μελών.

Η Ευρώπη μπροστά σε μια νέα κρίση. Μια ενδεχόμενη νέα κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία και ένας ολοκληρωτικός πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα νέο μεγάλο μεταναστευτικό και προσφυγικό κύμα προς την Ευρώπη. Η Ουκρανία έχει ήδη προκαλέσει την μεγαλύτερη προσφυγική κρίση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, μέχρι το τέλος του 2025 μ.Χ. φιλοξενούνταν στην Ευρώπη περίπου 5,2 εκατομμύρια πρόσφυγες από την Ουκρανία. Η συνολική Ευρωπαϊκή περιφέρεια φιλοξενούσε περισσότερους από 20 εκατομμύρια εκτοπισμένους και πρόσφυγες.

Εάν η ουκρανική άμυνα αποδυναμωθεί σημαντικά και υπάρξει νέα μεγάλη Ρωσική προέλαση, θα μπορούσε να προκληθεί δεύτερο κύμα αναγκαστικού εκτοπισμού. Ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή θα μπορούσε να προκληθεί σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου στο Ιράν.

Το Ιράν έχει πληθυσμό περίπου 90 εκατομμυρίων ανθρώπων. Μια σύγκρουση που θα περιλάμβανε βομβαρδισμούς μεγάλων πόλεων, καταστροφή υποδομών, κατάρρευση της οικονομίας και εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις θα μπορούσε να προκαλέσει εκτοπισμό εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ένα μέρος αυτών θα αναζητούσε καταφύγιο σε γειτονικές χώρες, όπως η Τουρκία, το Ιράκ, το Αζερμπαϊτζάν, η Αρμενία και άλλες περιοχές. Ένα άλλο μέρος θα μπορούσε να επιχειρήσει να φτάσει στην Ευρώπη. Η Τουρκία, λόγω γεωγραφικής θέσης, θα αποτελούσε έναν από τους πρώτους βασικούς προορισμούς ή σταθμούς διέλευσης.

Η Ελλάδα, ως χώρα στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσε επίσης να δεχθεί σημαντικές πιέσεις, ειδικά εάν οι μεταναστευτικές ροές κατευθυνθούν προς τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση: οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν εμπόλεμες περιοχές δεν αποτελούν αυτομάτως παράτυπους μετανάστες. Πολλοί είναι πρόσφυγες ή άνθρωποι που δικαιούνται διεθνή προστασία. Η νομική τους κατάσταση πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα.

Η Ευρωπαϊκή κοινωνική και πολιτική αντίδραση. Η αύξηση των προσφυγικών ροών, σε συνδυασμό με την ακρίβεια, την ενεργειακή ανασφάλεια και τις δυσκολίες στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών, θα μπορούσε να ενισχύσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Οι πολίτες θα απαιτούσαν από τις κυβερνήσεις:

- Αυστηρότερο έλεγχο των εξωτερικών συνόρων.

- Αποτελεσματικότερη διαχείριση των προσφυγικών ροών.

- Περισσότερη οικονομική στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών.

- Περιορισμό των οικονομικών επιβαρύνσεων.

- Μεγαλύτερη προστασία της εσωτερικής ασφάλειας.

Εάν οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποτύχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες μιας τέτοιας κρίσης, είναι πιθανό να ενισχυθούν οι πολιτικές δυνάμεις που συνδέουν την οικονομική ανασφάλεια και την μετανάστευση με την αποτυχία των παραδοσιακών κομμάτων. Αυτό μας οδηγεί στο επόμενο κρίσιμο ζήτημα.

Πολιτικές Ανατροπές στην Ε.Ε. Η συνδυασμένη επίδραση της ακρίβειας, της ενεργειακής φτώχειας και των νέων προσφυγικών ροών δημιουργεί εύφορο έδαφος για την πολιτική πολικότητα. Τα ακροδεξιά και λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη εκμεταλλεύονται την λαϊκή δυσαρέσκεια, με αποτέλεσμα την εκλογική τους άνοδο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω κατακερματισμό της ευρωπαϊκής ενοποίησης και παράλυση των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε.

Η συνδυαστική επίδραση του πληθωρισμού, της ενεργειακής φτώχειας και των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών θα λειτουργούσε ως ο απόλυτος καταλύτης για το πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης. Οι παραδοσιακές, συστημικές πολιτικές δυνάμεις θα θεωρούνταν υπεύθυνες για την αδυναμία προστασίας των πολιτών τους.

Αυτό θα οδηγούσε σε μια πρωτοφανή εκλογική άνοδο των ακροδεξιών και εθνικιστικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ήπειρο. Τα κόμματα αυτά, χρησιμοποιώντας ρητορική προστατευτισμού, κατά της μετανάστευσης και κατά των διεθνών επεμβάσεων, θα εξασφάλιζαν την συμμετοχή τους ή ακόμα και την απόλυτη ηγεσία σε πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αλλάζοντας ριζικά τον χαρακτήρα και την συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η οικονομική ανασφάλεια, η μετανάστευση, η δυσαρέσκεια απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ, οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις και η δυσπιστία απέναντι στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς έχουν συμβάλει στην ενίσχυση αυτών των κομμάτων.

Η κρίση του 2015 μ.Χ., η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση και οι πληθωριστικές πιέσεις δημιούργησαν ένα πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι αντισυστημικές δυνάμεις απέκτησαν μεγαλύτερη απήχηση.

Μια νέα ταυτόχρονη κρίση στην Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Ευρώπη θα μπορούσε να επιταχύνει αυτή την τάση. Τα ακροδεξιά κόμματα θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τρία βασικά ζητήματα:

Πρώτο: Μετανάστευση και ασφάλεια. Θα υποστήριζαν ότι οι παραδοσιακές κυβερνήσεις δεν μπορούν να ελέγξουν τα εξωτερικά σύνορα και ότι χρειάζεται ριζική αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής.

Δεύτερο: Οικονομία και ακρίβεια.. Θα συνέδεαν τις υψηλές τιμές ενέργειας, τροφίμων και καυσίμων με την αποτυχία των Ευρωπαϊκών πολιτικών και την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.

Τρίτο: Εξωτερική πολιτική και εθνική κυριαρχία. Θα μπορούσαν να ζητήσουν περιορισμό της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς το εξωτερικό, προτεραιότητα στα εθνικά συμφέροντα και επαναδιαπραγμάτευση των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Η τάση αυτή δεν είναι απλώς μια υποθετική πρόβλεψη. Μελέτη του European Policy Centre τον Ιούνιο του 2026 μ.Χ. επισημαίνει ότι, δύο χρόνια μετά τις ευρωεκλογές του 2024 μ.Χ., οι αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να ενισχύονται και ότι η αναστροφή της ανόδου της Ακροδεξιάς δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Σε περίπτωση μιας νέας μεγάλης προσφυγικής και οικονομικής κρίσης, ορισμένα ακροδεξιά κόμματα θα μπορούσαν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τα εκλογικά τους ποσοστά. Σε ορισμένες χώρες θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς ή ακόμη και να αναλάβουν την ηγεσία κυβερνήσεων.

Αυτό δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι πολιτικές αντιδράσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα και εξαρτώνται από το εκλογικό σύστημα, τις κυβερνητικές επιλογές και τις κοινωνικές συνθήκες. Ωστόσο, μια παρατεταμένη περίοδος πολέμων, ακρίβειας, προσφυγικών ροών και πολιτικής αβεβαιότητας θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά τον ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρισκόταν μπροστά σε μια διπλή πρόκληση: να διατηρήσει την οικονομική και πολιτική συνοχή της και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει την ενίσχυση δυνάμεων που αμφισβητούν σημαντικές πτυχές της σημερινής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ, Η ιστορική διαδρομή από την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι τις σύγχρονες επεμβάσεις στην Μέση Ανατολή δείχνει ότι η βίαιη αποδόμηση αυταρχικών δομών, χωρίς ένα σαφές, βιώσιμο και εσωτερικά αποδεκτό σχέδιο για την επόμενη ημέρα, οδηγεί σχεδόν πάντα σε κατακερματισμό και αστάθεια.

Σήμερα, η πιθανότητα ενός διπλού γεωπολιτικού σοκ –με μια γενικευμένη σύγκρουση στο Ιράν και μια παράλληλη εγκατάλειψη της Ουκρανίας λόγω της αλλαγής στρατηγικής των ΗΠΑ– απειλεί να ανατρέψει την παγκόσμια ισορροπία.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης δεν θα περιορίζονταν στα πεδία των μαχών, αλλά θα μεταφέρονταν στην καρδιά της Ευρώπης μέσω οικονομικών κρίσεων, ελλείψεων σε βασικά αγαθά και μιας νέας μεταναστευτικής πραγματικότητας, αναδιαμορφώνοντας ριζικά τον πολιτικό χάρτη της Δύσης.

Η ιστορία των δυτικών επεμβάσεων σε αυταρχικά κράτη δείχνει ότι η ανατροπή καθεστώτων χωρίς βιώσιμο σχέδιο ανασυγκρότησης παράγει συστηματικά χάος, διάσπαση και περιφερειακή αστάθεια.  Εάν οι τρέχουσες εντάσεις στην Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη οδηγήσουν σε νέες καταρρεύσεις κρατών, οι παγκόσμιες επιπτώσεις—ενεργειακές, οικονομικές και κοινωνικές—θα είναι βαθιές, δοκιμάζοντας την αντοχή των ευρωπαϊκών δημοκρατιών και την ευστάθεια του διεθνούς συστήματος.

Μπορεί ο κόσμος να οδηγηθεί σε μια νέα εποχή διαλύσεων κρατών και γεωπολιτικού χάους; Η ιστορική εμπειρία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, την Λιβύη, την Συρία και την Υεμένη αποκαλύπτει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα της διεθνούς πολιτικής: η αποδυνάμωση ή η ανατροπή μιας αυταρχικής κυβέρνησης δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την δημιουργία ενός σταθερού κράτους.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι στρατιωτικές επεμβάσεις των δυτικών δυνάμεων συνέβαλαν στην κατάρρευση των παλαιών πολιτικών συστημάτων, χωρίς να εξασφαλίσουν αποτελεσματικούς θεσμούς για την επόμενη ημέρα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι κρίσεις προκλήθηκαν αποκλειστικά από την Δύση. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, οι εθνικισμοί, οι αυταρχικές πολιτικές, οι εμφύλιες συγκρούσεις και οι παρεμβάσεις άλλων περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων είχαν επίσης καθοριστική σημασία. Το 2026 μ.Χ., όμως, η πιθανότητα ταυτόχρονης κλιμάκωσης δύο μεγάλων πολεμικών μετώπων δημιουργεί μια ιδιαίτερα επικίνδυνη γεωπολιτική κατάσταση.

Το σημαντικότερο ενδεχόμενο είναι η αλληλεπίδραση αυτών των κρίσεων. Ένας παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσε να απορροφήσει μεγάλο μέρος της Αμερικανικής στρατιωτικής και διπλωματικής προσοχής.

Η Ουκρανία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με μειωμένη υποστήριξη. Μια νέα στρατιωτική επιδείνωση στην Ουκρανία θα προκαλούσε πρόσθετο εκτοπισμό πληθυσμών, ενώ μια γενικευμένη σύγκρουση στο Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα δεύτερο μεγάλο προσφυγικό κύμα.

Παράλληλα, οι διαταραχές στην ναυσιπλοΐα του Περσικού Κόλπου θα επιβάρυναν τις διεθνείς αγορές ενέργειας, λιπασμάτων και τροφίμων. Η Ευρώπη θα αντιμετώπιζε τότε μια εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα: περισσότερες ανθρωπιστικές ανάγκες, μεγαλύτερο οικονομικό κόστος, αυξημένες κοινωνικές πιέσεις και πιθανή εκλογική ενίσχυση των εθνικιστικών και ακροδεξιών κομμάτων.

Το ιστορικό δίδαγμα είναι ότι η κατάρρευση ενός καθεστώτος δεν ταυτίζεται με την απελευθέρωση μιας κοινωνίας και ότι η στρατιωτική νίκη δεν ισοδυναμεί με την πολιτική σταθερότητα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε και στην θέση της δημιουργήθηκαν νέα κράτη. Η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε μέσα από πολέμους και διεθνείς παρεμβάσεις. Το Ιράκ, η Λιβύη, η Συρία και η Υεμένη γνώρισαν διαφορετικές μορφές κρατικής αποσύνθεσης και εδαφικού κατακερματισμού.

Το ερώτημα για το μέλλον είναι εάν το Ιράν, η Τουρκία και η Ουκρανία θα καταφέρουν να αποφύγουν παρόμοιες εξελίξεις. Δεν υπάρχει ιστορικός νόμος που επιβάλλει την διάλυσή τους. Υπάρχουν, όμως, πραγματικοί κίνδυνοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να ενισχυθούν εάν συνδυαστούν στρατιωτικές ήττες, εξωτερικές επεμβάσεις, εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις και οικονομική κατάρρευση.

Ο κόσμος ενδέχεται έτσι να εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία τα σύνορα, οι κρατικές συμμαχίες και οι γεωπολιτικές ισορροπίες θα δοκιμαστούν ξανά. Και η Ευρώπη, αντί να παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις από απόσταση, θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο των συνεπειών τους.

Θα είναι άραγε αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία κατάσταση ακμής και ευημερίας.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου