Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Το Παράδοξο της Διαιρεμένης Κυβέρνησης στο Πεδίο του Πολέμου

Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ

Όπως είναι γνωστό στην συνταγματική θεωρία των Ηνωμένων Πολιτειών και πολλών σύγχρονων αντιπροσωπευτικών συστημάτων, η «διαιρεμένη κυβέρνηση» (divided government)—όπου η εκτελεστική εξουσία ελέγχεται από ένα κόμμα και η νομοθετική από το αντίπαλο—θεωρείται το απόλυτο ανάχωμα στην αυθαιρεσία.

Οι ιδρυτές του αμερικανικού συντάγματος σχεδίασαν σκόπιμα έναν μηχανισμό ελέγχων και ισορροπιών (checks and balances), αναθέτοντας το δικαίωμα κήρυξης πολέμου στο Κογκρέσο (Άρθρο Ι, Ενότητα 8) και την διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων στον Πρόεδρο ως Αρχηγό του Στρατού (Άρθρο ΙΙ, Ενότητα 2).

Ωστόσο, η πολιτική ιστορία αποδεικνύει ότι σε περιόδους γεωπολιτικών κρίσεων, η κομματική αντιπαλότητα συχνά υποχωρεί μπροστά στην εθνική ασφάλεια, την διεθνή επιρροή και την θεσμική κυριαρχία της εκτελεστικής εξουσίας.

Ακόμα και όταν το Κογκρέσο ή ένα Κοινοβούλιο ελέγχεται πλήρως από την αντιπολίτευση, οι ηγέτες καταφέρνουν, μέσω δικομματικών συνασπισμών, πολιτικών ελιγμών ή της εκμετάλλευσης νομοθετικών «ανοιχτών παραθύρων», να ξεκινήσουν ή να παρατείνουν πολεμικές επιχειρήσεις.

Το παρόν άρθρο αναλύει σε βάθος τις ιστορικές αυτές περιπτώσεις, από την εποχή του Ρίτσαρντ Νίξον και του Τζορτζ Μπους του Πρεσβύτερου, μέχρι τις σύγχρονες προκλήσεις με το Ιράν, αλλά και το κλασικό Ευρωπαϊκό παράδειγμα της Γερμανίας του 1.914 μ.Χ.

1. Η Προεδρία του Ρίτσαρντ Νίξον: Ο Πόλεμος του Βιετνάμ και η Επέκταση στην Καμπότζη. Η περίοδος διακυβέρνησης του Ρίτσαρντ Νίξον (1.969 μ.Χ.–1.974 μ.Χ.) αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα Προέδρου που διεξήγαγε εξωτερική πολιτική σε περιβάλλον απόλυτης εχθρότητας με το Κογκρέσο. Οι δημοκρατικοί είχαν τον πλήρη έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.

Παρά την έντονη αντιπολεμική ρητορική της βάσης του Δημοκρατικού Κόμματος και τις μαζικές διαδηλώσεις, ο Νίξον όχι μόνο συνέχισε τον Πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά το 1.970 μ.Χ. επέκτεινε μυστικά και απροειδοποίητα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Καμπότζη και το Λάος. Πώς επετεύχθη αυτό;

• Η εκμετάλλευση προγενέστερων ψηφισμάτων: Ο Νίξον βασίστηκε στο Ψήφισμα του Κόλπου του Τονκίνο (1.964 μ.Χ.), το οποίο είχε εγκριθεί επί προεδρίας Τζόνσον και παρείχε ευρύτατη λευκή επιταγή στην εκτελεστική εξουσία.

• Η στήριξη από τους "Γεράκια" των Δημοκρατικών: Παρά την επίσημη γραμμή του κόμματος, μια ισχυρή πτέρυγα συντηρητικών Δημοκρατικών (κυρίως από τις Νότιες πολιτείες) συνέχιζε να ψηφίζει υπέρ των αμυντικών προϋπολογισμών, φοβούμενη την κατηγορία ότι «εγκαταλείπει τους Αμερικανούς στρατιώτες στη μάχη».

• Το δικαίωμα του Βέτο: Ακόμη και όταν το Κογκρέσο προσπάθησε να περιορίσει τις δαπάνες, ο Νίξον χρησιμοποίησε το Προεδρικό βέτο. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1.973 μ.Χ. για να ψηφιστεί το War Powers Resolution πάνω από το προεδρικό βέτο, μια κίνηση που έγινε εφικτή μόνο λόγω της πολιτικής αποδυνάμωσης του Νίξον εξαιτίας του σκανδάλου Watergate.

2. Ο Πόλεμος του Κόλπου (1.991 μ.Χ.): Ο Δικομματικός Συνασπισμός του Τζορτζ Μπους του Πρεσβύτερου. Τον Ιανουάριο του 1.991 μ.Χ., ο Ρεπουμπλικάνος Πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο Πρεσβύτερος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια παρόμοια πρόκληση.

Το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν είχε εισβάλει στο Κουβέιτ και ο Μπους ήταν αποφασισμένος να ηγηθεί ενός διεθνούς συνασπισμού για την απελευθέρωσή του. Ωστόσο, και τα δύο σώματα του Κογκρέσου ελέγχονταν από τους δημοκρατικούς.

Ο Μπους αρχικά υποστήριξε ότι, ως Αρχηγός του Στρατού και έχοντας την στήριξη των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, δεν χρειαζόταν την έγκριση του Κογκρέσου. Αντιλαμβανόμενος όμως το πολιτικό ρίσκο, ζήτησε τελικά τη νομοθετική εξουσιοδότηση.

• Η Ιστορική Ψηφοφορία: Στις 12 Ιανουαρίου 1.991 μ.Χ., το Κογκρέσο ενέκρινε το Authorization for Use of Military Force Against Iraq Resolution. Στην Γερουσία η απόφαση πέρασε με οριακή πλειοψηφία (52-47), ενώ στην Βουλή με 250-183.

• Η Διασύνδεση των Αντιπάλων: Η νίκη του Μπους επετεύχθη διότι δεκάδες μετριοπαθείς Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές αποσκίρτησαν από την κομματική γραμμή. Πείστηκαν από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης για την διεθνή νομιμότητα, την διασφάλιση της ροής του πετρελαίου και την προστασία των συμμάχων (Σαουδική Αραβία, Ισραήλ). Η εθνική ενότητα προτάχθηκε της κομματικής πειθαρχίας.

3. Σύγχρονες Γεωπολιτικές Ισορροπίες: Η Πιθανότητα Σύγκρουσης με το Ιράν. Εξετάζοντας τις τρέχουσες ισορροπίες της δεκαετίας του 2020 μ.Χ., το σενάριο μιας στρατιωτικής εμπλοκής με το Ιράν παραμένει στο τραπέζι των συζητήσεων στην Ουάσιγκτον.

Ακόμα και σε περιβάλλον διαιρεμένης κυβέρνησης—όπου οι δημοκρατικοί μπορεί να ελέγχουν το Κογκρέσο και ένας Ρεπουμπλικάνος να βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, ή το αντίστροφο—η ιστορία δείχνει ότι ένας νέος πόλεμος δεν είναι ανέφικτος.

• Η «Ελαστικότητα» των AUMF: Οι αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει το ευρύτατο Authorization for Use of Military Force του 2001 μ.Χ. (που ψηφίστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου) για να δικαιολογήσουν πλήγματα κατά τρομοκρατικών οργανώσεων ή κρατών που θεωρούν ότι υποθάλπουν απειλές, χωρίς να ζητήσουν νέα έγκριση.

• Το Επιχείρημα της Αυτοάμυνας: Σύμφωνα με το Άρθρο ΙΙ του Συντάγματος, ο Πρόεδρος έχει το δικαίωμα να διατάξει άμεση στρατιωτική δράση για την απόκρουση επικείμενης απειλής κατά Αμερικανικών δυνάμεων ή συμφερόντων (π.χ. επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στην Μέση Ανατολή ή στην ναυσιπλοΐα στον Κόλπο του Ορμούζ).

• Η Σύγκλιση στην Εξωτερική Πολιτική: Στο ζήτημα του Ιράν, η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων αποτελεί κοινό τόπο και για τα δύο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ. Σε περίπτωση κλιμάκωσης, θεωρείται βέβαιο ότι ένα μεγάλο μέρος των Δημοκρατικών θα παρείχε την στήριξή του σε μια εκτελεστική πρωτοβουλία, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωτερική πολιτική συχνά ξεπερνά τις εγχώριες κομματικές γραμμές.

4. Συγκριτική Ανάλυση: Διεθνή Παραδείγματα και η Περίπτωση της Αυτοκρατορικής Γερμανίας (/1914 μ.Χ.). Το φαινόμενο της νομοθετικής υποστήριξης σε έναν αντίπαλο ηγέτη για τη διεξαγωγή πολέμου δεν αποτελεί Αμερικανική αποκλειστικότητα. Το πιο συγκλονιστικό και ιστορικά καταγεγραμμένο παράδειγμα αυτής της δυναμικής έλαβε χώρα στην Ευρώπη στις απαρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Γερμανία του Κάιζερ και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD). Το 1.914 μ.Χ., η Γερμανική Αυτοκρατορία διοικούνταν από τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β' τον Χοεντσόλερν και τον καγκελάριο Θεοβάλδο φον Μπέτμαν-Χόλβεγκ.

Το Ράιχσταγκ (το γερμανικό κοινοβούλιο), ωστόσο, κυριαρχούνταν από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD), το οποίο ήταν το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό κόμμα στον κόσμο και είχε χτίσει την ταυτότητά του πάνω στον διεθνισμό και τον αντιμιλιταρισμό.

Όταν ξέσπασε η κρίση του Ιουλίου του 1.914 μ.Χ., ο Κάιζερ χρειαζόταν την έγκριση του Ράιχσταγκ για να χρηματοδοτήσει την επιστράτευση και τις πολεμικές επιχειρήσεις μέσω των πολεμικών πιστώσεων (Kriegskredite). Στις 4 Αυγούστου 1.914 μ.Χ., προς έκπληξη πολλών διεθνών παρατηρητών, οι σοσιαλιστές βουλευτές ψήφισαν ομόφωνα υπέρ των πολεμικών κονδυλίων. Γιατί οι σοσιαλιστές συνθηκολόγησαν με τον Κάιζερ;

1. Η Πολιτική της «Εσωτερικής Ειρήνης» (Burgfrieden): Ο Κάιζερ διακήρυξε περίφημα: «Δεν βλέπω πλέον κόμματα, βλέπω μόνο Γερμανούς». Αυτό άσκησε τεράστια ψυχολογική και κοινωνική πίεση στους σοσιαλιστές, οι οποίοι κινδύνευαν να χαρακτηριστούν προδότες του έθνους.

2. Ο Φόβος του Ρωσικού Τσαρισμού: Η γερμανική ηγεσία παρουσίασε τον πόλεμο ως αμυντικό έναντι της αυταρχικής και αντιδραστικής Τσαρικής Ρωσίας. Οι Γερμανοί σοσιαλιστές πίστευαν ειλικρινά ότι προστατεύουν τα εργατικά κεκτημένα της χώρας τους από την εισβολή του Ρωσικού δεσποτισμού.

3. Θεσμική Νομιμοποίηση: Το SPD πίστευε ότι στηρίζοντας το κράτος σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, θα κέρδιζε επιτέλους την πλήρη πολιτική νομιμοποίηση και την ισότητα στο μεταπολεμικό στάτους κβο. Αυτή η ιστορική απόφαση διέλυσε την Δεύτερη Διεθνή και απέδειξε ότι ο εθνικισμός και η κρατική σκοπιμότητα μπορούν να υπερκεράσουν ακόμα και τις πιο βαθιές ιδεολογικές δεσμεύσεις της αντιπολίτευσης.

Η ιστορική αναδρομή επιβεβαιώνει ότι η σύγκλιση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας στο πεδίο του πολέμου—ακόμη και υπό καθεστώς απόλυτου κομματικού διχασμού—αποτελεί συχνό φαινόμενο.

Ακολουθούν επιπλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και διεθνή παραδείγματα (όπως από το Ισραήλ και τη Γαλλία), όπου τα κοινοβούλια στήριξαν αντίπαλους ηγέτες στην διεξαγωγή ή την κλιμάκωση πολέμων.

1. Επιπλέον Περιπτώσεις από τις ΗΠΑ (Διαιρεμένη Κυβέρνηση). Ο Μπιλ Κλίντον και ο Πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου (1.999 μ.Χ.). Το Πολιτικό Σκηνικό: Ο Μπιλ Κλίντον (δημοκρατικός) βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν τον πλήρη έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου (Βουλής και Γερουσίας) μετά τη «Ρεπουμπλικανική Επανάσταση» του 1.994 μ.Χ.

• Η Πολεμική Εμπλοκή: Το 1.999 μ.Χ., ο Κλίντον αποφάσισε τη συμμετοχή των ΗΠΑ στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας.

• Η Βοήθεια των Αντιπάλων: Παρά την έντονη προσωπική έχθρα (καθώς είχε προηγηθεί η πρόταση μομφομής για το σκάνδαλο Λεβίνσκι), η ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων, υπό τον Γερουσιαστή Τρεντ Λοτ, εξασφάλισε ότι το Κογκρέσο θα ενέκρινε την χρηματοδότηση δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Αν και η Βουλή μπλοκαρίστηκε σε ορισμένα συμβολικά ψηφίσματα εξουσιοδότησης, η αντιπολίτευση ψήφισε κανονικά τους έκτακτους αμυντικούς προϋπολογισμούς, επιτρέποντας στον Κλίντον να ολοκληρώσει την εκστρατεία.

Ο Χάρι Τρούμαν και ο Πόλεμος της Κορέας (1.950 μ.Χ.). Το Πολιτικό Σκηνικό: Ο Χάρι Τρούμαν (Δημοκρατικός) ήταν Πρόεδρος, αλλά το 80ό Κογκρέσο (που είχε εκλεγεί λίγο πριν) ελεγχόταν από τους Ρεπουμπλικάνους, οι οποίοι μάλιστα αντιτίθεντο σφοδρά στην εσωτερική του ατζέντα.

• Η Πολεμική Εμπλοκή: Τον Ιούνιο του 1.950 μ.Χ., η Βόρεια Κορέα εισέβαλε στην Νότια Κορέα. Ο Τρούμαν διέταξε αμέσως αμερικανική στρατιωτική επέμβαση χωρίς να ζητήσει επίσημη κήρυξη πολέμου από το Κογκρέσο, αποκαλώντας την επιχείρηση «αστυνομική δράση» υπό τον ΟΗΕ.

• Η Βοήθεια των Αντιπάλων: Παρά την συνταγματική παράκαμψη, οι Ρεπουμπλικάνοι, με επικεφαλής τον ισχυρό Γερουσιαστή Ρόμπερτ ΤΑΦΤ (αν και άσκησαν κριτική για την διαδικασία), υπερψήφισαν μαζικά τις πολεμικές πιστώσεις και την επέκταση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, καθώς η ανάσχεση του κομμουνισμού αποτελούσε κοινή δικομματική προτεραιότητα.

2. Διεθνή Παραδείγματα (Ισραήλ & Ευρώπη). Ισραήλ: Η Κυβέρνηση Λεβί Εσκόλ και ο Πόλεμος των Έξι Ημερών (1.967 μ.Χ.). Το Πολιτικό Σκηνικό: Την άνοιξη του 1.967 μ.Χ., το Ισραήλ βρισκόταν σε βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Ο πρωθυπουργός Λεβί Εσκόλ (από το κεντροαριστερό κόμμα Μαπάι) δεχόταν σφοδρή κριτική από την δεξιά αντιπολίτευση (το κόμμα Γκαχάλ του Μενάχεμ Μπέγκιν) και την Κνέσετ (Κοινοβούλιο), που τον θεωρούσαν αναποφάσιστο έναντι των αραβικών απειλών.

• Η Πολεμική Εμπλοκή: Καθώς τα αιγυπτιακά στρατεύματα συγκεντρώνονταν στο Σινά, η πολιτική πίεση κορυφώθηκε.

• Η Βοήθεια των Αντιπάλων: Αντί να ανατρέψει τον Εσκόλ, η αντιπολίτευση προχώρησε σε μια ιστορική κίνηση: σχημάτισε μαζί του την πρώτη «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» στην ιστορία του Ισραήλ.

Η Κνέσετ στήριξε απόλυτα τον Εσκόλ, ενώ ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Μενάχεμ Μπέγκιν, έγινε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Αυτή η κοινοβουλευτική σύγκλιση έδωσε την νομιμοποίηση για το προληπτικό πλήγμα της 5ης Ιουνίου 1.967 μ.Χ., ξεκινώντας τον Πόλεμο των Έξι Ημερών.

Γαλλία: Η «Συγκατοίκηση» Μιτεράν - Σιράκ και ο Πόλεμος του Κόλπου (1.991 μ.Χ.). Το Πολιτικό Σκηνικό: Στην Γαλλία, το φαινόμενο της διαιρεμένης κυβέρνησης ονομάζεται «συγκατοίκηση» (cohabitation). Κατά την περίοδο αυτή, ο σοσιαλιστής Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν έπρεπε να κυβερνήσει έχοντας απέναντί του μια Εθνοσυνέλευση (Βουλή) που ελεγχόταν από τη συντηρητική δεξιά παράταξη.

• Η Πολεμική Εμπλοκή: Όταν οι ΗΠΑ οργάνωσαν τον διεθνή συνασπισμό κατά του Σαντάμ Χουσεΐν το 1.990 μ.Χ.-1.991 μ.Χ., ο Μιτεράν αποφάσισε ότι η Γαλλία έπρεπε να συμμετάσχει ενεργά (Επιχείρηση Daguet).

• Η Βοήθεια των Αντιπάλων: Σύμφωνα με το Γαλλικό σύνταγμα, ο Πρόεδρος είναι αρχηγός των στρατευμάτων, αλλά η Βουλή ελέγχει τα οικονομικά. Η δεξιά πλειοψηφία της Εθνοσυνέλευσης όχι μόνο δεν έφερε εμπόδια, αλλά στήριξε απόλυτα και με συντριπτική πλειοψηφία τις πολεμικές αποφάσεις του Σοσιαλιστή Προέδρου, αποδεικνύοντας ότι στην εξωτερική πολιτική της Γαλλίας (το λεγόμενο "domaine réservé") η εθνική ισχύς προηγείται των κομματικών διαφορών.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα, η συμπεριφορά των κοινοβουλίων υπακούει στον άγραφο κανόνα της διεθνούς πολιτικής: «Η πολιτική σταματά στην ακτή» (Politics stops at the water's edge).

Όταν ένα κράτος εμπλέκεται σε πόλεμο, η αντιπολίτευση γνωρίζει ότι αν αρνηθεί να χρηματοδοτήσει ή να στηρίξει τις ένοπλες δυνάμεις, θα κατηγορηθεί από τους ψηφοφόρους για έλλειψη πατριωτισμού και υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας. Έτσι, οι ηγέτες αποκτούν μια ιδιότυπη ασυλία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Συμπεράσματα: Η Γραμματική της Κρατικής Ισχύος. Η μελέτη των περιπτώσεων αυτών αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια της πολιτικής επιστήμης: η διάκριση των εξουσιών και η διαιρεμένη κυβέρνηση λειτουργούν αποτελεσματικά κυρίως σε περιόδους εσωτερικής ειρήνης.

Όταν τίθενται ζητήματα πολέμου, η γεωπολιτική αναγκαιότητα, η εθνικιστική συσπείρωση και η ικανότητα της εκτελεστικής εξουσίας να ελέγχει την ροή των πληροφοριών τείνουν να ευθυγραμμίζουν τα νομοθετικά σώματα με τον εκάστοτε ηγέτη.

Είτε πρόκειται για τους δημοκρατικούς που στήριξαν τον Μπους το 1.991 μ.Χ., είτε για τους σοσιαλιστές που συμμάχησαν με τον Κάιζερ το 1.914 μ.Χ., η ιστορία διδάσκει ότι η πολεμική μηχανή ενός κράτους σπάνια ακινητοποιείται από την κοινοβουλευτική σύνθεση.

Η εκάστοτε αντιπολίτευση, εγκλωβισμένη ανάμεσα στο καθήκον του ελέγχου και τον φόβο της εθνικής μειοδοσίας, τείνει τελικά να παρέχει στον ηγέτη τα εργαλεία για την συνέχιση ή την έναρξη των συγκρούσεων.

Θα είναι άραγε αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία κατάσταση ακμής και ευημερίας.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου