Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1919 ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ «ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ» ΤΗΣ ΤΩΡΙΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΤΟ 2014

Η ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1919 ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ «ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ» ΤΗΣ ΤΩΡΙΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΤΟ 2014

                                              
                                                                  Γράφει ο Αλώπηξ



Το 1917 στην Ρωσία πραγματοποιήθηκε από τους Μπολσεβίκους ένα πραξικόπημα εναντίον της τότε σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης του Κερένσκι, το οποίο είχε στηριχθεί και χρηματοδοτηθεί αδρά από την τότε Γερμανική ηγεσία υπό τον Κάιζερ. Η στήριξη και επικράτηση του ήταν απαραίτητη για την τότε Αυτοκρατορική Γερμανία, διότι εκείνο το χρονικό διάστημα, ύστερα από την πάροδο τεσσάρων ετών από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η στρατιωτική κατάσταση της Γερμανίας βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.


Αφενός μεν ο απεριόριστος υποβρυχιακός πόλεμος που κύρηξε η Γερμανία, είχε ως συνέπεια να βυθιστούν και πολλά μεταφορικά πλοία, στα οποία υπήρχαν και Αμερικανοί πολίτες όπως το Λουζιτάνια, με την παράλληλη παγκόσμια παρεμπόδιση του θαλάσσιου εκ μέρους της λόγω αυτής της τακτικής (θίγοντας έτσι τα εμπορικά συμφέροντα των ΗΠΑ και πολλών άλλων, ουδέτερων ή μη κρατών), καθώς και η απερίσκεπτη αποστολή του τηλεγραφήματος Ζήμερμαν από την Γερμανική διπλωματία στην κυβέρνηση του Μεξικού (στο οποίο προτεινόταν συμμαχία Μεξικού-Γερμανίας και προσάρτηση στο Μεξικό με την βοήθεια της Γερμανίας Αμερικανικών εδαφών), είχε ως αποτέλεσμα την κήρυξη πολέμου τις ΗΠΑ στην Γερμανία το 1917. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για την Γερμανία, αφού εκτός από το ότι οι δυνάμεις της είχαν αρχίσει να εξαντλούνται, σύντομα νέες ξεκούραστες και επαρκώς εξοπλισμένες μονάδες του Αμερικανικού στρατού θα προστεθόταν στις δυνάμεις των αντιπάλων της και θα έγερναν αποφασιστικά την πλάστιγγα εναντίον της.
Έτσι στην τότε Γερμανική ηγεσία επέμενε μία λύση. Η πλήρης νίκη σε ένα από τα δύο μέτωπα, η απόσυρση των δυνάμεων από αυτό και η μεταφορά τους στο άλλο, προκειμένου με τις νέες δυνάμεις και τον ενισχυμένο αριθμητικά στρατό να εξαπολυθεί μία επίθεση που θα σαρώσει τους αντιπάλους και θα λήξει τον πόλεμο πριν την είσοδο των ΗΠΑ σε αυτόν. Έτσι προσέγγισαν έναν Ρώσο πολιτικό εξόριστο στην Ζυρίχη τον Βλάντιμιρ Ίλιτς Ουλιάνωφ, γνωστό με το ψευδώνυμο Λένιν, και του πρότειναν, τόσο να τον μεταφέρουν πίσω στην χώρα του, όσο και να τον χρηματοδοτήσουν και να τον βοηθήσουν να πάρει την εξουσία σε αυτήν, με αντάλλαγμα την παύση των εχθροπραξιών στο ανατολικό μέτωπο και την παραχώρηση σημαντικών εδαφών στην Γερμανία.

Πραγματικά αυτός δέχθηκε και σύντομα επανήλθε από την εξορία στην Ρωσία, όπου και με την βοήθεια της Γερμανίας κατάφερε να ανατρέψει πραξικοπηματικά την τότε αδύναμη κυβέρνηση της χώρας αυτής και να επιβάλει ένα στυγνό δικτατορικό μονοκομματικό καθεστώς. Παράλληλα φρόντισε να ευχαριστήσει και να ανταμείψει τους Γερμανούς εργοδότες του, υπογράφοντας ειρήνη με αυτούς και δίνοντας τους σαν ανταμοιβή το ¼ των εδαφών και του πληθυσμού της χώρας, ενώ παράλληλα τις παραχωρήθηκαν στην Γερμανία και πολλά Ρώσικα εδάφη (Ουκρανία, Φινλανδία, Βαλτικές χώρες, Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν και Πολωνία).

Εκτός από αυτές τις κινήσεις, που ανακούφισαν την Γερμανία που έτσι κατάφερε να απαλλαγεί νικηφόρα για αυτήν από το λεγόμενο Ανατολικό μέτωπο, ο Λένιν φρόντισε παράλληλα και να εθνικοποιήσει εκτός από όλη την αγροτική γη (είτε του λαού, είτε της αριστοκρατίας) και όλες τις μη κρατικές επιχειρήσεις (εγχώριες ή μη), όχι για να τις παραδώσει στον λαό όπως έλεγε (κάτι που ούτως ή άλλως ποτέ δεν έπραξε), αλλά για να χτυπήσει και οικονομικά τους αντιπάλους των εργοδοτών του Αγγλογάλλους, αφού αυτοί ήταν ιδιοκτήτες πολλών από αυτές τις επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα έτσι θα μπορούσε να βρει και χρηματοδότηση για την δικτατορική διακυβέρνηση του, και αν όλα πήγαιναν καλά, μετά το τέλος του πολέμου να εκμεταλλευτεί για την δική του καλοπέραση και τις κομματικής του αριστοκρατίας (και όχι φυσικά του λαού), όλες αυτές τις επιχειρήσεις και τα κέρδη τους (κάτι που όντως συνέβη). Επιπρόσθετα αυτοί δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα πετρέλαια του Καυκάσου για να τροφοδοτούν με καύσιμα την βιομηχανία τους.


Παρόλο που οι Γερμανοί είχαν πετύχει τον στόχο τους στα Ανατολικά, στα Δυτικά δεν κατάφεραν να έχουν ανάλογη επιτυχία, και όχι μόνο η αντεπίθεση που εξαπέλυσαν έναντι των συμμάχων, σύντομα ατόνησε και αποκρούστηκε, αλλά με την παράλληλη είσοδο και των Αμερικανικών στρατευμάτων στα μέτωπα του πολέμου, σύντομα ξεκίνησε η Συμμαχική αντεπίθεση, που είχε σαν αποτέλεσμα, την οριστική απόκρουση και ήττα των Γερμανών, κάτι που αναγνώρισαν ουσιαστικά και οι ίδιοι, ζητώντας ανακωχή το 1918. 
Οι όροι της ανακωχής αυτής, που υπογράφτηκε το 1919 και ουσιαστικά τερμάτισε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν: (α) η Γερμανία υποχρεώθηκε να πληρώσει αποζημιώσεις 226 δισεκατομ. χρυσών μάρκων για τις καταστροφές που προκάλεσε στη διάρκεια του πολέμου. (β) Να μειώσει το στρατό της σε 100.000 άνδρες και το στόλο της σε δυναμικό 108.000 τόνων. (γ) Να παραχωρήσει περίπου 75.000 τ.χλμ. του εδάφους της με πληθυσμό 7.000.000 κατ. (το μεγαλύτερο μέρος παραχωρήθηκε στην Πολωνία και στη Γαλλία) και όλες τις αποικίες της. (δ) Να αποστρατικοποιήσει την  περιοχή της Ρηνανίας για 15 χρόνια. (ε) Να παραδώσει το 90% του γερμανικού εμπορικού στόλου και (ε) Να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη για την έναρξη και διεξαγωγή του πολέμου.


Εν τω μεταξύ τον Δεκέμβριο του 1917 στην Ρωσία, αμέσως μετά την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής δικτατορίας και την υπογραφή της προδοτικής ουσιαστικά για την χώρα τους συνθήκη με τους Γερμανούς, οι στρατηγοί Κορνιλώφ, Αλεξέγιεφ και Ντένικιν, επαναστάτησαν κατά της Μπολσεβίκικης κυβέρνησης, με σκοπό να απελευθερώσουν την Ρωσία από την πραξικοπηματική κυβέρνηση, να εγγυηθούν την ακεραιότητα της, και να συνεχίσουν των πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων.
Άμεσα πολλές συμμαχικές χώρες (όπως η Γαλλία και η Αγγλία) άρχισαν να τους στέλνουν πολεμοφόδια, όσο επίσης και να τους χορηγούν και σεβαστά χρηματικά δάνεια, τόσο για να ξανααποκτήσουν ένα σύμμαχο ανατολικά της Γερμανίας που θα την πίεζε στρατιωτικά από εκεί, όσο και τις βιομηχανικές επιχειρήσεις και τα συμβόλαια που είχαν χάσει λόγω της επικράτησης του Λένιν. Επιπρόσθετα αυτοί θα μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιήσουν τα πετρέλαια του Καυκάσου για να τροφοδοτούν με καύσιμα την βιομηχανία τους.

Μετά την υπογραφή της ανακωχής για το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου το 1918, η Βρετάνια και η Γαλλία, ανησυχώντας για τα οικονομικά τους συμφέροντα και φοβούμενοι την παράλληλη εξάπλωση της κουμμουνιστικής ιδεολογίας στην Ευρώπη,  αποφάσισαν διαμέσου των Στενών του Ελλησπόντου να αποβιβάσουν στρατό στα Ρωσικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Από το Νοβοροσίσκ άρχισαν επίσης να εφοδιάζουν με όπλα και πυρομαχικά τους επαναστάτες Ρώσους στρατηγούς, ενώ παράλληλα στο Ασιατικό κομμάτι της Ρωσίας συνεννοήθηκαν με την Ιαπωνία, προκειμένου να στείλει στρατεύματα της στο Βλαδιβοστόκ και να ενισχύσει με όπλα και πυρομαχικά τους εκεί αντιτιθέμενους προς τον Μπολσεβικισμό Ρώσους στρατηγούς.
Παράλληλα οι βρετανικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στον Καύκασο και κατέλαβαν όλες τις χώρες που υπήρχαν εκεί, προκειμένου να διασφαλίσουν τα πετρέλαια της περιοχής. Επίσης επέβαλαν στο καθεστώς του Λένιν οικονομικό εμπάργκο. Επειδή όμως τα στρατεύματα που υπήρχαν στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας δεν κρίθηκαν επαρκή για επιτύχουν την διασφάλιση των περιοχών αυτών, ζητήθηκε από τις υπόλοιπες συμμαχικές κυβερνήσεις να στείλουν στρατεύματα προκειμένου να βοηθήσουν τις εκεί επιχειρήσεις. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος βρισκόταν τότε στην Βρετανία, αποδέχτηκε άμεσα τις απαιτήσεις των Γάλλων και των Άγγλων, προκειμένου να επιτύχει ευνοϊκές παραχωρήσεις για τους υπόδουλους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου (τότε η Μικρά Ασία αν και κατά βάση Ελληνικά πληθυσμιακή περιοχή διεκδικούταν πιεστικά και από άλλες δυνάμεις, όπως η Ιταλία, οι οποίες είχαν ελάχιστο πληθυσμό και ιστορικά, εθνολογικά και οικονομικά δικαιώματα εκεί). Πραγματικά οι Αγγλογάλλοι δεσμεύτηκαν να υποστηρίξουν την Ελλάδα στο θέμα της Θράκης και της Μικράς Ασίας, αν ο Έλληνας πρωθυπουργός έστελνε όντως στρατό.
Οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν κυρίως στα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας και της Κριμαίας και παρόλο που το Ελληνικό εκστρατευτικό σώμα πολέμησε ηρωικά και κέρδισε όλες σχεδόν τις μάχες στις οποίες έλαβε μέρος, η συνολικότερη εξέλιξη του Ρώσικου εμφυλίου πολέμου, είχε σαν αποτέλεσμα, να αναγκαστούν τα Συμμαχικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν τα εδάφη τόσο της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, όσο και των Ασιατικών περιοχών αυτής.

Η στάση αυτή της Ελληνικής κυβέρνησης είχε δυστυχώς δυσμενή αποτελέσματα για τον Ελληνισμό της περιοχής, διότι αυτοί θεωρήθηκαν μεταπολεμικά ως «πράκτορες του εχθρού» από το κομμουνιστικό καθεστώς, και υπέστησαν άγριους διωγμούς, ενώ στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, οι Μπολσεβίκοι για να εκδικηθούν την Ελληνική κυβέρνηση προμήθευσαν με άφθονα όπλα τον Κεμάλ, τον βοήθησαν σημαντικά οικονομικά, διπλωματικά και στρατιωτικά, προκειμένου να καταστείλει το αντάρτικο των Ποντίων και των Αρμενίων.
Αυτοί είχαν υποστεί από το νεοτουρκικό καθεστώς ειδεχθή γενοκτονία, ενώ στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, μέσω Ελλήνων στρατιωτών που είχαν ασπαστεί την ιδεολογία της και δρούσαν ως πράκτορες της, δρούσαν διαλυτικά για το στράτευμα και έπεισαν χιλιάδες συναδέλφους τους με δόλο να λιποτακτήσουν, αποδυναμώνοντας έτσι την Ελληνική πολεμική προσπάθεια, και προδίδοντας ουσιαστικά την χώρα τους, βάζοντας την ιδεολογία τους πιο πάνω από το εθνικό συμφέρον. Φυσικά δεν θα μπορούσε να προβλέψει όλα αυτά ο τότε πρωθυπουργός, αφού το τότε μπολσεβικικό καθεστώς δεν είχε καμία νομιμοποίηση, ούτε εσωτερική, ούτε εξωτερική, κανείς δεν περίμενε να αντέξει περισσότερο από μερικούς μήνες στην εξουσία και η αποστολή στρατού ήταν απαράβατος όρος, προκειμένου να να βοηθήσουν οι Σύμμαχοι την Ελλάδα στα εθνικά της θέματα.


Στην εποχή μας, όπως είναι γνωστό, επί καγκελαρίου Μέρκελ, η πολιτική φιλικών σχέσεων και συνεργασίας με την Ρωσία ανατράπηκε, όταν αυτή προσπάθησε με την συνεχή υποστήριξη και εξοπλισμό νεοναζιστικών ομάδων στην Ουκρανία, να εγκαθιδρύσει μία φιλογερμανική κυβέρνηση, να υφαρπάξει τον έλεγχο των αγωγών της χώρας αυτής με την παράλληλη οικειοποίηση των πρώτων υλών της, να επιτύχει την ενσωμάτωσή της στο δυτικό άρμα και την ΕΕ, μαζί με την παράλληλη αποδυνάμωση της Ρωσίας.
Παράλληλα η Δυτικόφιλη κυβέρνηση θα προωθούσε την άμεση ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, φέρνοντας έτσι τα νατοϊκά στρατεύματα και την αντιπυραυλική ασπίδα των Αμερικανών στα σύνορα της Ρωσίας, οι οποίοι θα αποκτούσαν παράλληλα στα σύνορα τους έναν εχθρό με πληθυσμό 40 εκατομμυρίων κάτοικων, ενώ θα έχαναν παράλληλα και τις οικονομικές συμφωνίες και ανταλλαγές που υπήρχαν ήδη ανάμεσα στις δύο αυτές χώρες.

Είναι γνωστό ότι αυτή η προσπάθεια απέτυχε χάρη στην έγκαιρη επέμβαση της ηγεσίας της Ρωσίας. Πρώτα μετά από την εξέγερση του ντόπιου κατά συντριπτική πλειοψηφία Ρωσόφωνου πληθυσμού της Κριμαίας, ο οποίος εξεγέρθηκε ενάντια στην καταπίεση και στον διωγμό που είχαν κηρύξει εναντίον του οι «κυβερνητικοί» του Κιέβου (σε πλήρη συνεργασία με νατοϊκούς πράκτορες, και ισλαμιστές και μισθοφόρους, χρηματοδοτούμενοι και εξοπλιζόμενοι παράλληλα από αυτούς) και τους εκδίωξε από τα μέρη αυτά,  και ζήτησε από τον Πούτιν την προσάρτηση της περιοχής στην Ρωσική ομοσπονδία. Πραγματικά ο Ρωσικός στρατός εισήλθε  στην περιοχή, αφόπλισε τις εναπομείναντες ομάδες Ουκρανών, και μετά από την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος,  στο οποίο οι κάτοικοι κατά συντριπτική πλειοψηφία ψήφισαν την προσχώρηση στην Ρωσική ομοσπονδία, η περιοχή προσαρτήθηκε σε αυτήν.
Ύστερα άρχισε μία εισροή πολεμοφοδίων, τροφίμων και εθελοντών στις πολιορκημένες περιοχές της απελευθερωμένης Νέας Ρωσίας, καθώς επίσης και να ενισχύει αποφασιστικά τους πατριώτες της περιοχής, οι οποίοι υπό την καθοδήγηση ικανών ηγετών κατάφεραν όχι μόνο να αποκρούσουν την εισβολή των νεοναζιστών του Κιέβου αλλά και να αντεπιτεθούν, απωθώντας τα στρατεύματα τους και φτάνοντας μέχρι την Μαριούπολη. Μόνο η εκεχειρία έσωσε τον ουκρανικό στρατό από την διάλυση και την προέλαση των στρατιωτών της Νέας Ρωσίας ως την Οδησσό. Με αυτόν τον τρόπο το σχέδιο της Γερμανίας απέτυχε.
Στην κρίση αυτή η στάση της Ελληνικής κυβέρνησης χαρακτηρίστηκε από άκρατο ερασιτεχνισμό και περίσση δουλοπρέπεια. Όχι μόνο συντάχτηκε με την νεοναζιστική κυβέρνηση της χώρας, η οποία είχε στο μεταξύ επικρατήσει με την βοήθεια των ΗΠΑ και της Γερμανίας και η οποία είχε στο μεταξύ αρχίσει να διώκει όλες τις μειονότητες της χώρας (συμπεριλαμβανόμενης και της Ελληνικής,  για την οποία η Ελληνική κυβέρνηση δεν έδωσε εκτός από ευχόλογα καμία ουσιαστική βοήθεια), αλλά παράλληλα ενέκρινε οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας και διαμέσου του υπουργού Εξωτερικών της Βενιζέλου διαμήνυσε με στομφώδη τρόπο και απειλές κατά της Ρωσίας.
Φυσικά με αυτή την στάση το μόνο που επιτεύχθηκε ήταν να εξοργιστεί η Ρωσική κυβέρνηση, να μειωθούν οι ευάριθμοι τουρίστες από την Ρωσία που θα βοηθούσαν οικονομικά την χώρα, να επιβληθεί οικονομικό εμπάργκο από τους Ρώσους στα αγροτικά προϊόντα της Ελλάδας, ενώ η Ρωσική κυβέρνηση μπορεί όποτε θελήσει να κόψει την παροχή φυσικού αερίου στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κάτι που θα είχε θανάσιμες επιπτώσεις και στην Ελλάδα. Παράλληλα αν η στάση της κυβέρνησης καθίστατο εντελώς εχθρική θα μπορούσε να πάψει να την υποστηρίζει διπλωματικά και να αρχίσει να συνεργάζεται και να συνάπτει συμφωνίες (οικονομικού ή αμυντικού περιεχομένου) με τους εχθρούς της.

Είναι προφανές ότι η σημερινή κυβέρνηση, λόγω της λανθασμένης και μονόπλευρης πολιτικής της, επαναλαμβάνει τα λάθη που επαναλήφθηκαν από την τότε Ελληνική κυβέρνηση το 1919, και τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν μοιραία για την πορεία της χώρας. Βέβαια δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συγκριθεί ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ήταν μια πολιτική ιδιοφυία, που ότι έκανε, το έκανε για το καλό της χώρας, με τον σημερινό αμετροεπή υπουργό εξωτερικών Ευάγγελο Βενιζέλο, που δρα μόνο δουλοπρεπώς, και προς την εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων, χωρίς κανένα ίχνους πολικού οράματος και προσανατολισμού. Παράλληλα δεν απεκόμισε κανένα πολιτικό ή διπλωματικό κέρδος από αυτούς που υποστήριξε, ενώ δεν επέφερε και κανένα αποτέλεσμα η πίεση σε αυτούς που αντιτέθηκε.
Σε κάθε περίπτωση η σημερινή εξωτερική πολιτική της χώρας θα πρέπει να ανατραπεί και να ακολουθηθούν πιο ισορροπημένες στάσεις προς όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές που θα προωθήσουν την εθνική πολική και προάγουν τόσο την συνοριακή ασφάλεια, όσο και την οικονομική ευημερία της χώρας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου