Ο ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΕΠΑΝΑΞΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ
Όπως είναι γνωστό πολλές φορές ιστορικά έγιναν προσπάθειες να γίνει ένας επανεξοπλισμός της Γερμανίας. Στον Μεσοπόλεμο, η Γερμανία προσπάθησε να ανακτήσει στρατιωτική ισχύ, παρά τις περιοριστικές διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών.
Αντίστοιχα, στην Δύση και την Ανατολή κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, υπήρξε επανεξοπλισμός ή αναδιοργάνωση των δυνάμεων των δυτικών και ανατολικών Γερμανών. Για να γίνει όμως νόμιμος επανεξοπλισμός της χρειαζόταν υποτίθεται ομοφωνία όλων των νικητών (συμμάχων) του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης.
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι κατά την διάρκεια της ιστορίας, η Γερμανία επανεξοπλίστηκε χωρίς πλήρη ομοφωνία των νικητών.. Δεν υπήρξε κάποια «αφορμή» που να ενεργοποίησε την νόμιμη έγκριση όλων των νικητών. Συνεπώς, πολλές Γερμανικές κυβερνήσεις από τον Μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα επέτρεψαν ή προχώρησαν σε επανεξοπλισμό χωρίς να τηρούνται πλήρως οι διεθνείς εγκρίσεις ή συμφωνίες.
Όλη η ιστορία της Γερμανίας στον 20ό και 21ο Αιώνα μ.Χ. χαρακτηρίζεται από την συνεχή τάση για στρατιωτική ανασυγκρότηση και επανεξοπλισμό, συχνά χωρίς πλήρη διεθνή συναίνεση, η οποία ακολουθεί ένα μοτίβο που ξεκινάει από τον Μεσοπόλεμο και φτάνει μέχρι την σύγχρονη εποχή. Η διαδικασία αυτή σχετίζεται τόσο με τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας όσο και με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και παγκόσμια.
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία υποχρεώθηκε από την Συνθήκη των Βερσαλλιών (1.919 μ.Χ.) σε σημαντικούς περιορισμούς στον στρατό της: Ο στρατός περιορίστηκε σε 100.000 άνδρες.
Απαγορεύτηκε η κατοχή βαρέων όπλων, τεθωρακισμένων και αεροπορίας. Η χώρα έχασε τα στρατηγικά εδάφη και τις αποικίες της. Ωστόσο, η πολιτική αβεβαιότητα και οι οικονομικές δυσκολίες του Weimar (υπερπληθωρισμός, παγκόσμια ύφεση 1929 μ.Χ.) οδήγησαν σε μυστικές και παράνομες στρατιωτικές προετοιμασίες.
Συγκεκριμένα η Συνθήκη
των Βερσαλλιών (1.919 μ.Χ.) επέβαλε στην Γερμανία αυστηρούς περιορισμούς: Ο
στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες. Απαγορεύονταν τεθωρακισμένα, αεροπορικές
δυνάμεις και υποβρύχια. Η παραγωγή όπλων και στρατιωτικού υλικού ελέγχονταν
αυστηρά από τους νικητές.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης
βρισκόταν υπό μεγάλη πίεση, οικονομική κρίση, κοινωνική αναταραχή και πολιτικές
διχόνοιες. Παράλληλα, η πολιτική της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας ήταν
επιφυλακτική, αλλά όχι πάντοτε ικανή να εφαρμόσει πλήρως την συνθήκη.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρη
με σοσιαλιστές ή δεξιούς ηγέτες προσπάθησε για μυστικό επανεξοπλισμό μέσω
στρατιωτικών προγραμμάτων και συνεργασιών με άλλες χώρες (π.χ. Σοβιετική Ένωση)
για εκπαίδευση πιλότων και ανάπτυξη τεθωρακισμένων (http://alophx.blogspot.com/2017/09/freikorps.html).
Ο Heinrich Himmler και η Reichsweh έκαναν
κρυφά εκπαίδευση μυστικών ταγμάτων και ανάπτυξη στρατιωτικής τεχνογνωσίας παρά
τις διεθνείς απαγορεύσεις. Με την άνοδο του ναζιστικού καθεστώτος, ο Χίτλερ ξεκίνησε
ανοιχτά τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, παραβιάζοντας την Συνθήκη, χωρίς
ομοφωνία των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Χίτλερ αγνόησε πλήρως
τους περιορισμούς και ξεκίνησε μαζικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού, με στόχο την
ανατροπή του διεθνούς status quo. Ο επανεξοπλισμός πραγματοποιήθηκε χωρίς την
πλήρη έγκριση των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, συχνά υπό την πρόφαση
εσωτερικής άμυνας ή εθνικής ανάκαμψης.
Η Ευρώπη τότε αντιμετώπιζε
την άνοδο του φασισμού, την αστάθεια στην Κοινωνία των Εθνών και τις αδύναμες
αντιδράσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Η έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ
των νικητών επέτρεψε στην Γερμανία να επανεξοπλιστεί ουσιαστικά χωρίς σοβαρές
διεθνείς κυρώσεις μέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο
Πόλεμο και την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, η χώρα διαμοιράστηκε χάσε Δυτική
Γερμανία (ΟΔΓ) που ήταν στην σφαίρα επιρροής ΗΠΑ και ΝΑΤΟ και στην Ανατολική
Γερμανία (ΟΔΔΓ) που ήταν στην σφαίρα επιρροής Σοβιετικής Ένωσης και Συμφώνου
της Βαρσοβίας. Κάθε πλευρά επανεξοπλίστηκε σταδιακά, στο πλαίσιο των
γεωπολιτικών ανταγωνισμών ΗΠΑ – Σοβιετικής Ένωσης.
Στην Δυτική Γερμανία
(ΟΔΓ) ο επανεξοπλισμός ξεκίνησε με την δημιουργία της Bundeswehr (1.955 μ.Χ.) και ένταξη
στο NATO.
Χρειάστηκε η συναίνεση ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας, αλλά όχι πλήρης
ομοφωνία όλων των νικητών, καθώς η Σοβιετική Ένωση δεν συμμετείχε στις
αποφάσεις.
Στην Ανατολική Γερμανία (DDR) η ανασυγκρότηση της Nationale Volksarmee (NVA) με την πλήρη στήριξη της Σοβιετικής
Ένωσης. Το επανεξοπλιστικό πρόγραμμα στοχεύει σε ισορροπία δυνάμεων απέναντι
στην Δύση, εντός του πλαισίου του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Η ένταση του Ψυχρού
Πολέμου, με την Ευρώπη διχοτομημένη συνέβαλε στην κατάσταση αυτή. Η ένταξη της
ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ και της ΟΔΔΓ στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας επέτρεψε «νόμιμο» επανεξοπλισμό
στα πλαίσια συμμαχιών.
Στην Δυτική Γερμανία ο
Κόνραντ Αντενάουερ και οι διάδοχοι του επιδιώκουν ενίσχυση των ένοπλων δυνάμεων
(Bundeswehr) για την εθνική άμυνα και την ενσωμάτωση στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, συχνά
παραβλέπουν διεθνείς περιορισμούς που προέκυπταν από την Κατοχή.
Στην Ανατολική Γερμανία η
κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Βερολίνου επανεξοπλίζεται υπό την
καθοδήγηση της Σοβιετικής Ένωσης, όμως χωρίς πλήρη έγκριση όλων των νικητών του
Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επικαλούμενη «προστασία από δυτικούς κινδύνους». Και
στις δύο περιπτώσεις, ο επανεξοπλισμός γίνεται χωρίς πλήρη διεθνή ομοφωνία ή
νομιμοποίηση, παρά τις γεωπολιτικές δικαιολογίες.
Η επανένωση το 1.990 μ.Χ.
επέβαλλε την ενσωμάτωση των ενόπλων δυνάμεων της ΟΔΔΓ στην ΟΔΓ. Η Γερμανία έγινε
το ισχυρότερο κράτος της Ευρώπης σε οικονομία και στρατιωτική ισχύ εντός ΕΕ και
ΝΑΤΟ.
Παρά τη διατήρηση της
ειρήνης στην Ευρώπη, η Γερμανία ήθελε ενεργό ρόλο σε ΝΑΤΟ και διεθνείς
επιχειρήσεις. Υπήρξαν διεθνείς πιέσεις για περιορισμούς εξοπλισμών (ιδιαίτερα
μετά το Β’ Παγκόσμιο), αλλά οι αποφάσεις λαμβάνονταν κυρίως σε εσωτερικό πλαίσιο
και σε συνεργασία με ΝΑΤΟ.
Η ανάπτυξη εξοπλισμών
γίνονταν αρχικά υπό το πρόσχημα διεθνών υποχρεώσεων (π.χ. αποστολές στο
Αφγανιστάν). Ορισμένες φορές, η ανάπτυξη βαρέων όπλων ή σύγχρονου εξοπλισμού
γίνεται χωρίς καθολική συναίνεση των διεθνών παρατηρητών, με έμφαση στην εθνική
κυριαρχία και στρατηγική αυτονομία.
Ο δε Ρωσοουκρανικός Πόλεμος
που ξεκίνησε το 2022 μ.Χ. με την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως
άμεση αφορμή για μια ιστορική στροφή στην Γερμανική πολιτική ασφάλειας και
εξοπλισμών.
Η Ευρώπη βρέθηκε ξανά
αντιμέτωπη με γεωπολιτική αστάθεια στην Ήπειρο και μια δήθεν άμεση απειλή για
την περιφερειακή ασφάλεια. Η Γερμανία, παραδοσιακά συγκρατημένη σε επίπεδο
στρατιωτικών δαπανών λόγω Ιστορίας, βρέθηκε υπό τεράστια πίεση να ενισχύσει τον
στρατό της.
Τον Φεβρουάριο 2022 μ.Χ.,
η κυβέρνηση Scholz ανακοίνωσε ένα ιστορικό επενδυτικό πρόγραμμα 200 δισ. ευρώ
για την αναβάθμιση και επέκταση του Bundeswehr με στόχο την απόκτηση νέων
αρμάτων μάχης, αεροσκαφών και υποβρυχίων, τον εκσυγχρονισμός όπλων και υποδομών
και την ενίσχυση αποτρεπτικής ικανότητας απέναντι στην Ρωσία.
Το πρόγραμμα σηματοδοτεί
μοναδική υπέρβαση σε σχέση με τα προηγούμενα 70 χρόνια, καθώς για πρώτη φορά
μετά τον Ψυχρό Πόλεμο η Γερμανία δεσμεύεται σε τέτοιο μεγάλο εύρος στρατιωτικών
δαπανών.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία
δημιούργησε κρίσιμη αίσθηση επείγοντος στην Ευρώπη, αφού η Γερμανία δεν
μπορούσε πλέον να βασίζεται μόνο στο ΝΑΤΟ και το πρόγραμμα των 200 δισ.
αποτελεί σήμα προς ΗΠΑ και ΝΑΤΟ: «Η Γερμανία
αναλαμβάνει ενεργό ρόλο» και στην Ρωσία πως:
«Υπάρχει ισχυρή αποτρεπτική
ισχύς». Η στρατηγική αλλαγή ανατρέπει δεκαετίες συγκρατημένης Γερμανικής
πολιτικής, η οποία μέχρι τότε επικεντρωνόταν σε «διπλωματία και οικονομική
ισχύ», ενώ η απειλή του Τραμπ σε Καναδά και Γροιλανδία από τον Αμερικανό
Πρόεδρο Τραμπ, 2 χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, έκανε τον καγκελάριο Μερτς να αυξήσει πιο
πολύ τις αμυντικές δαπάνες του Γερμανικού κράτους.
Στην ουσία ο Γερμανικός
επανεξοπλισμός αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά και συχνά αμφιλεγόμενα θέματα
της σύγχρονης Ευρωπαϊκής ιστορίας. Από τον Μεσοπόλεμο μέχρι την σύγχρονη εποχή,
οι ενέργειες των Γερμανικών κυβερνήσεων σε σχέση με την ανάπτυξη στρατιωτικής
ισχύος χαρακτηρίζονται από προσπάθειες υπέρβασης διεθνών περιορισμών, πολιτικές
σκοπιμότητες και γεωπολιτικές πιέσεις.
Το ιστορικό μοτίβο είναι
ότι η Γερμανία, για λόγους εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής, συχνά
επανεξοπλίστηκε χωρίς πλήρη συναίνεση όλων των νικητών, πράγμα που σημαίνει ότι
πολλές κυβερνητικές ενέργειες σε αυτό το ζήτημα ήταν de facto παραβίαση των συμφωνιών ή
αμφισβητήσιμες από νομική-διεθνή σκοπιά.
Από τον Μεσοπόλεμο μέχρι
σήμερα, η Γερμανία επανεξοπλίστηκε συχνά χωρίς πλήρη ομοφωνία των διεθνών
παρατηρητών ή νικητών με γεωπολιτικές δικαιολογίες για οικονομική και
στρατηγική ανάγκη, ένταξη σε συμμαχίες (ΝΑΤΟ, Σοβιετική Ένωση), και εσωτερική
ασφάλεια.
Σαν ιστορική συνέπεια οι
Γερμανικές κυβερνήσεις επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο, παράκαμψη περιορισμών με
προσχήματα εθνικής ασφάλειας, ενίσχυση στρατιωτικής ισχύος και πολιτική διαχείριση
διεθνών αντιδράσεων. Η πλήρης ομοφωνία των νικητών ή η διεθνής νομιμοποίηση
αποδεικνύεται συχνά δευτερεύουσα σε σχέση με στρατηγικά συμφέροντα και
εσωτερικές αποφάσεις.
Θα είναι άραγε αυτή η
εξέλιξη των πραγμάτων στις μέρες μας; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά,
άλλα μόνο αν λάβουμε όλα τα κατάλληλα μέτρα ως λαός θα αποφύγουμε τις οποίες
κακοτοπιές και θα φέρουμε εκ νέου την πολυαγαπημένη μας πατρίδα σε μία
κατάσταση ακμής και ευημερίας.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου